Τη διαμόρφωση μιας νέας ολοκληρωμένης Εθνικής Στρατηγικής για τη βιωσιμότητα της ελληνικής ελαιοπαραγωγής, προσαρμοσμένης στα νέα κλιματικά δεδομένα, καθώς και τη δημιουργία ενός νέου Ευρωπαϊκού Ειδικού Ταμείου για τις χώρες του Νότου, με στόχο την αντιμετώπιση των καταστροφών στην αγροτική παραγωγή από την κλιματική κρίση, πρότεινε η Πρόεδρος της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής, Δρ. Διονυσία-Θεοδώρα Αυγερινοπούλου, κατά την κοινή συνεδρίαση της Επιτροπής Περιβάλλοντος και της Επιτροπής Περιφερειών της Βουλής. Οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης στην ελληνική ελαιοπαραγωγή, η ανάγκη προσαρμογής του πρωτογενούς τομέα και η σύνδεση της ελαιοκομίας με την περιφερειακή ανάπτυξη απασχόλησαν την συνεδρίαση, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για την ελαιοκομία με απώτερο στόχο τη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για τη βιωσιμότητα της ελληνικής ελαιοπαραγωγής και την προστασία των αγροτικών περιοχών της χώρας.
Κατά την εισαγωγική της τοποθέτηση, η Πρόεδρος της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δρ. Διονυσία-Θεοδώρα Αυγερινοπούλου, υπογράμμισε ότι η ελληνική ελαιοκομία συνιστά βασικό πυλώνα της αγροτικής οικονομίας και των εξαγωγών της χώρας, αλλά και αναπόσπαστο στοιχείο της πολιτιστικής ταυτότητας και της μεσογειακής διατροφής. Τόνισε ότι η κλιματική κρίση επηρεάζει ολοένα και πιο έντονα την παραγωγή, μέσω της παρατεταμένης ξηρασίας, των ακραίων θερμοκρασιών, των πλημμυρικών φαινομένων, της μείωσης των υδατικών πόρων και της οργανικής ουσίας και γονιμότητας των εδαφών, καθώς και της εξάπλωσης ασθενειών και εντόμων, όπως ο δάκος. Παράλληλα, επισήμανε ότι οι επιπτώσεις αυτές δεν είναι μόνο περιβαλλοντικές, αλλά και βαθιά οικονομικές και κοινωνικές, επηρεάζοντας το εισόδημα χιλιάδων παραγωγών, την ανθεκτικότητα των τοπικών οικονομιών και τη βιωσιμότητα πολλών αγροτικών και νησιωτικών περιοχών της χώρας. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ανάγκη υιοθέτησης πρόσθετων μέτρων ενεργητικής προστασίας, αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών και καλλιεργητικών πρακτικών, ορθής διαχείρισης των υδάτων και θεσμικής στήριξης των παραγωγών, ενώ υπογράμμισε ότι απαιτείται νέα ολοκληρωμένη Εθνική Στρατηγική για την ελαιοπαραγωγή που θα λαμβάνει υπόψιν τα νέα κλιματικά δεδομένα. Αναδείχθηκε η ανάγκη να δοθεί έμφαση στη βιώσιμη διαχείριση των υδάτινων πόρων, στην επιστημονική έρευνα, στις νέες τεχνολογίες, στη στήριξη των παραγωγών και στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των τοπικών κοινωνιών και των Περιφερειών της χώρας με κίνητρα για τη διατήρηση του πληθυσμού στην ύπαιθρο. Παράλληλα, επεσήμανε την ανάγκη δημιουργίας νέου Ευρωπαϊκού Ειδικού Ταμείου για τις χώρες του Νότου, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, με αποκλειστικό αντικείμενο την κάλυψη των καταστροφών στην αγροτική παραγωγή που προκαλούνται από την κλιματική κρίση.
Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Περιφερειών, κ. Μάνος Κόνσολας, υπογράμμισε ότι η κλιματική κρίση επηρεάζει πλέον άμεσα την παραγωγική και κοινωνική συνοχή των νησιωτικών και αγροτικών περιοχών της χώρας και επισήμανε την ανάγκη διαμόρφωσης ειδικών πολιτικών στήριξης για τις νησιωτικές και μειονεκτικές περιοχές, αλλά και διάθεσης ευρωπαϊκών κονδυλίων σε εστιασμένα ερευνητικά προγράμματα.
Ο Υφυπουργός Ανάπτυξης, κ. Λάζαρος Τσαβδαρίδης, ενημέρωσε τα Μέλη των Επιτροπών για την στήριξη που παρέχει το Υπουργείο Ανάπτυξης στον πρωτογενή τομέα με κυρίαρχο το Πρόγραμμα «Αγροδιατροφή, πρωτογενής παραγωγή και μεταποίηση αγροτικών προϊόντων», ενώ ανέφερε ότι ήδη υλοποιούνται 163 επενδυτικά σχέδια σε όλη την επικράτεια με συνολικό προϋπολογισμό πάνω από 270 εκατ. ευρώ και κρατική ενίσχυση που φτάνει τα 140 εκατ. ευρώ. Σημείωσε δε ότι το Υπουργείο αποδίδει απόλυτη έμφαση στον εκσυγχρονισμό της παραγωγής και στη βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων και ότι σε συνεργασία με τα συναρμόδια Υπουργεία υλοποιείται και η πρωτοβουλία «Εξωστρεφής Γεωργία» επενδύοντας 25,5 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης. Ο κ. Υφυπουργός υπογράμμισε, επίσης, ότι το Υπουργείο υποστηρίζει έμπρακτα την προσαρμογή των καλλιεργειών στις νέες κλιματικές συνθήκες και ανήγγειλε ότι εντός του 2026 προγραμματίζεται νέα προκήρυξη του καθεστώτος ενίσχυσης για την αγροδιατροφή με συνολικό προϋπολογισμό 150 εκατ. ευρώ. Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο κ. Τσαβδαρίδης σημείωσε ότι όλες οι ανωτέρω πρωτοβουλίες συμβάλλουν στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των παραγωγών και της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού ελαιολάδου, διευκολύνοντας και τις εξαγωγές, ενώ χαρακτηριστικά ανέφερε ότι «η ελιά άντεξε στον τόπο μας χιλιάδες χρόνια, με τη συνεργασία όλων μας και το σωστό σχεδιασμό θα συνεχίσει να ευημερεί».
Ο Πρόεδρος του ΕΛΓΑ, κ. Ανδρέας Λυκουρέντζος, ανέλυσε τις προκλήσεις που δημιουργεί η κλιματική κρίση για τους γεωργοασφαλιστικούς οργανισμούς και τις αποζημιώσεις των παραγωγών. Επισήμανε ότι οι ζημίες του έτους 2025 φθάνουν ήδη τα 244.000.000 ευρώ και ότι ο ΕΛΓΑ ασφαλίζει τις ελαιοκαλλιέργειες με το μικρότερο δυνατό ποσοστό της Ειδικής Ασφαλιστικής Εισφοράς. Όπως ανέφερε δεν υπάρχουν τόσοι διαθέσιμοι πόροι ώστε ο οποιοσδήποτε γεωργοασφαλιστικός οργανισμός στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα στις μεσογειακές χώρες που πλήττονται περισσότερο από την κλιματική κρίση, να μπορεί να αντιμετωπίσει όλες τις προκλήσεις και τις ανάγκες και πρότεινε την ίδρυση ενός Ευρωπαϊκού Ταμείου για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης στη γεωργία. Παρουσίασε επίσης τη βελτίωση του πλαισίου αποζημιώσεων για τα ελαιόδεντρα που πλήττονται από φυσικές καταστροφές και στάθηκε στη σημασία προστασίας του ελληνικού ελαιολάδου ως εθνικού προϊόντος.
Ο Ευρωβουλευτής και μέλος της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κ. Εμμανουήλ Κεφαλογιάννης, παρέθεσε, στο σημείωμά του, στατιστικά δεδομένα για την παραγωγή του ελαιολάδου, όπου οι ακραίες μεταβολές ανά καλλιεργητική περίοδο επιβεβαιώνουν το μέγεθος της αβεβαιότητας που δημιουργεί η κλιματική κρίση για ολόκληρο τον αγροτικό τομέα της Μεσογείου. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά «η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της πρόκλησης και πρέπει να διεκδικήσει πιο ισχυρή ευρωπαϊκή στήριξη για έργα διαχείρισης υδάτινων πόρων, σύγχρονες αρδευτικές υποδομές, επενδύσεις στην αγροτική έρευνα και στήριξη βιώσιμων καλλιεργητικών πρακτικών που θα ενισχύσουν την ανθεκτικότητα της παραγωγής».
Ο Περιφερειάρχης Βορείου Αιγαίου και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΝΠΕ, κ. Κωνσταντίνος Μουτζούρης, υπογράμμισε τις σοβαρές επιπτώσεις της παρατεταμένης ανομβρίας και των ακραίων βροχοπτώσεων στην παραγωγικότητα των ελαιόδεντρων. Στο πλαίσιο αυτό, πρότεινε την ανάπτυξη μικρών φραγμάτων και ταμιευτήρων για τη συγκράτηση νερού και την υποστήριξη της άρδευσης, καθώς και την αξιοποίηση πρακτικών κομποστοποίησης για τη βελτίωση της συγκράτησης υγρασίας στα εδάφη. Παράλληλα, ανέδειξε τα προβλήματα έλλειψης εργατικών χεριών και τις προκλήσεις της δακοκτονίας, ζητώντας εκσυγχρονισμό των μεθόδων φυτοπροστασίας.
Ο Γενικός Γραμματέας της ΚΕΔΕ, κ. Δημήτριος Καφαντάρης, κατά την τοποθέτησή του, ανέδειξε τη σημασία της βιωσιμότητας της ελαιοκαλλιέργειας, καθώς και τον καθοριστικό ρόλο που καλείται να διαδραματίσει η Τοπική Αυτοδιοίκηση στη νέα εποχή της προσαρμογής, της ανθεκτικότητας και της περιφερειακής ανάπτυξης. Υπογράμμισε ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τον πρωτογενή τομέα ή την παραγωγή ελαιολάδου, αλλά τη βιωσιμότητα της ελληνικής περιφέρειας, την κοινωνική συνοχή της υπαίθρου, την οικονομική επιβίωση χιλιάδων οικογενειών και την ίδια την ταυτότητα της χώρας. Παράλληλα, στάθηκε στην ανάγκη δημιουργίας ισχυρών συλλογικών σχημάτων και εθνικής στρατηγικής προώθησης του ελληνικού ελαιολάδου.
Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. του ΕΛΓΟ – ΔΗΜΗΤΡΑ, Δρ Σπυρίδων Μάμαλης, ενημέρωσε τα Μέλη για τις δράσεις του ΕΛΓΟ – ΔΗΜΗΤΡΑ, όπως την Εθνική Συλλογή Γενετικού Υλικού, την αξιολόγηση των ποικιλιών και τα σεμινάρια σε αγρότες και παραγωγούς, ενώ στάθηκε στην σημασία της επιστημονικής έρευνας, της καινοτομίας και της μεταφοράς τεχνογνωσίας προς τους παραγωγούς, ώστε η ελληνική ελαιοκομία να προσαρμοστεί στα νέα κλιματικά δεδομένα, όπως με την εγκατάσταση ανεμοφρακτών για προστασία από καταιγίδες, την κατασκευή δεξαμενών αποθήκευσης ύδατος, την προσαρμογή του χώρου συγκομιδής, την κομποστοποίηση και τη φυτοπροστασία. Ανέδειξε δε τη διάσταση του ελαιολάδου ως στοιχείο της γαστρονομικής ταυτότητας της Ελλάδας, καθώς και την σημασία της επένδυσης στην εκπαίδευση τόσο των αγροτών όσο και των υπεύθυνων χάραξης πολιτικής στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και της υποβάθμισης του εδάφους.
Ο Διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Δρ Χρήστος Γιαννακόπουλος, παρουσίασε επιστημονικά στοιχεία για την αύξηση της θερμοκρασίας και τη μεταβολή των βροχοπτώσεων στη Μεσόγειο, επισημαίνοντας ότι η περιοχή συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον ευάλωτων στην κλιματική αλλαγή παγκοσμίως, ενώ ανέφερε τις προβλέψεις των κλιματικών μοντέλων.
Ο Καθηγητής Δενδροκομίας – Ελαιοκομίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Πέτρος Ρούσσος, εξήγησε τις επιπτώσεις των ακραίων θερμοκρασιών και της έλλειψης νερού στην ανθοφορία, την καρπόδεση και την ποιότητα του ελαιολάδου ανά εποχή, ενώ παρουσίασε προτάσεις για νέες καλλιεργητικές πρακτικές και ανθεκτικότερες ποικιλίες.
Ο Αναπληρωτής Καθηγητής Ελαιοκομίας του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου, κ. Εμμανουήλ Καμπουράκης, τόνισε την ανάγκη μετάβασης σε πιο βιώσιμα και ανθεκτικά μοντέλα καλλιέργειας, λαμβάνοντας υπόψιν το συνολικό αγροοικοσύστημα του ελαιώνα. Ειδική αναφορά πραγματοποίησε και στο σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών Άνθρακα.
Η κυρία Ιωάννα Τσαλακανίδου, Υπάλληλος του Τμήματος Κλιματικής Αλλαγής του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, παρουσίασε τον σχεδιασμό για την προσαρμογή της γεωργίας στην κλιματική κρίση, όπως το έργο Life adapting, adapt2klima και Land Eval, καθώς και τη σύνδεση των εθνικών πολιτικών με τις ευρωπαϊκές στρατηγικές για το κλίμα, όπως την ΚΑΠ.
Ο Γενικός Διευθυντής του ΣΥΠΕΤΕΕΛ, κ. Βασίλειος Ζαμπούνης, και το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνδέσμου, κ. Χρήστος Τάγαρης, αναφέρθηκαν στις προκλήσεις της αγοράς ελαιολάδου, στο αυξημένο κόστος παραγωγής, στην ανάγκη στήριξης των παραγωγών και στη σημασία διατήρησης της ποιότητας και της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού προϊόντος στις διεθνείς αγορές.




