Καλεσμένος στην εκπομπή «Αγροτική Ανάπτυξη» στο T-PRESS Web TV ο κ. Δημήτρης Παπάζογλου, γεωπόνος και ελαιοπαραγωγός από τη Λέσβο, μιλά στον Απόστολο Καρπούζα, ανοιχτά για το αυξημένο κόστος παραγωγής, την έλλειψη εργατικών χεριών, τη λίπανση, τη φυτοπροστασία, αλλά και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Παράλληλα, αναφέρεται στις δυσκολίες και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα ο ελαιοπαραγωγός στην προσπάθειά του να διατηρήσει βιώσιμο τον ελαιώνα του, τόσο στη Λέσβο όσο και σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Μπορείτε να δείτε ολόκληρη την εκπομπή εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=mudo_3E3-rs
Ποιο θεωρείτε ότι είναι σήμερα το μεγαλύτερο «βαρίδι» για τον Έλληνα ελαιοπαραγωγό; Τα εργατικά, η λίπανση, η φυτοπροστασία, τα καύσιμα ή η συγκομιδή;

Όλα είναι σημαντικά και ουσιαστικά καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα: στην αύξηση του συνολικού κόστους παραγωγής, την ώρα που η τιμή πώλησης του προϊόντος δεν ακολουθεί απαραίτητα την ίδια πορεία.
Το ποιος παράγοντας επιβαρύνει περισσότερο τον παραγωγό εξαρτάται από την περιοχή και τα χαρακτηριστικά του ελαιώνα. Στη Λέσβο, για παράδειγμα, θεωρώ ότι μεγάλο μέρος του κόστους αφορά τα εργατικά. Τα κτήματα είναι συχνά ορεινά και δύσκολα προσβάσιμα, επομένως εργασίες όπως το κλάδεμα, η συγκομιδή και γενικότερα οι καλλιεργητικές φροντίδες είναι περισσότερο απαιτητικές.
Σε άλλες περιοχές μπορεί μεγαλύτερο βάρος να έχουν τα λιπάσματα, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υποβαθμισμένα εδάφη που απαιτούν αυξημένες εισροές. Επιπλέον, οι μεταβαλλόμενες κλιματικές συνθήκες μπορούν να περιορίσουν την αποτελεσματικότητα της λίπανσης, με αποτέλεσμα ο παραγωγός να μην αξιοποιεί στον βαθμό που θα ήθελε τις εισροές που εφαρμόζει.
Για κάποιον άλλο παραγωγό, σημαντικότερο κόστος μπορεί να είναι τα καύσιμα, για παράδειγμα όταν οι εκμεταλλεύσεις βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση. Επομένως, δεν υπάρχει μία απάντηση για όλους. Το βασικό πρόβλημα είναι η συνολική αύξηση του κόστους παραγωγής.
Το αυξημένο κόστος έχει οδηγήσει τους παραγωγούς να περιορίζουν βασικές καλλιεργητικές φροντίδες;
Ξεκάθαρα, όταν η τιμή του προϊόντος είναι χαμηλή και ταυτόχρονα αυξάνονται οι τιμές των λιπασμάτων, των προϊόντων φυτοπροστασίας και των εργατικών, ο παραγωγός αναγκάζεται να περιορίσει κάποιες επεμβάσεις. Είδαμε παραγωγούς να μειώνουν τα εργατικά, τη λίπανση και τη φυτοπροστασία.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα αρκετοί ελαιώνες να μείνουν χωρίς τις απαραίτητες καλλιεργητικές φροντίδες. Κατά τη γνώμη μου, αυτό συνέβαλε μέχρι έναν βαθμό και στη μειωμένη παραγωγή που παρατηρήθηκε την επόμενη περίοδο. Φυσικά, δεν ήταν ο μοναδικός παράγοντας, καθώς σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν και οι κλιματικές συνθήκες.
Μπορεί η τεχνολογία να αποτελέσει μέρος της λύσης και να περιορίσει το κόστος παραγωγής;
Βεβαίως, θεωρώ ότι το μέλλον βρίσκεται εκεί. Η ελληνική γεωργία πρέπει να εκσυγχρονίσει τον τρόπο με τον οποίο καλλιεργεί και να υιοθετήσει περισσότερο τις μεθόδους της γεωργίας ακριβείας. Υπάρχουν ήδη πολλά διαθέσιμα εργαλεία. Μέσω εφαρμογών μπορούμε να συγκεντρώνουμε δεδομένα, ενώ με την εγκατάσταση μετεωρολογικών σταθμών στις εκμεταλλεύσεις μπορούμε να έχουμε ακόμη πιο συγκεκριμένη εικόνα των συνθηκών που επικρατούν.
Έτσι μπορούμε να πραγματοποιούμε περισσότερο στοχευμένες επεμβάσεις: να γνωρίζουμε πότε πρέπει να εφαρμόσουμε ένα λίπασμα, τι είδους λίπασμα χρειάζεται ή ποια είναι η κατάλληλη στιγμή για μια επέμβαση φυτοπροστασίας. Στόχος είναι να αξιοποιούμε όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα κάθε καλλιεργητική επέμβαση και κάθε εισροή. Το δεύτερο σημαντικό κομμάτι είναι η αξιοποίηση περισσότερων μηχανικών μέσων. Η μηχανική συγκομιδή, όπου μπορεί να εφαρμοστεί, μπορεί μακροπρόθεσμα να περιορίσει σημαντικά την εξάρτηση από τα εργατικά χέρια.
Το πρόβλημα είναι ότι για να εφαρμοστούν όλα αυτά χρειάζονται επενδύσεις, γνώσεις και παραγωγοί πρόθυμοι να υιοθετήσουν νέες πρακτικές. Παράλληλα, το υψηλό κόστος της αρχικής επένδυσης αποτελεί σημαντικό εμπόδιο, ιδιαίτερα για τον μέσο παραγωγό που διαθέτει μικρές και κατακερματισμένες εκτάσεις.
Πώς μπορεί να μπει «νέο αίμα» στην ελαιοκαλλιέργεια και γενικότερα στον πρωτογενή τομέα;
Το σημαντικότερο είναι ένας νέος να αποκτήσει το ενδιαφέρον και το κίνητρο για να ασχοληθεί με τον πρωτογενή τομέα. Για να συμβεί αυτό, όμως, χρειάζονται τα κατάλληλα εργαλεία χρηματοδότησης τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Σήμερα είναι δύσκολο για έναν νέο να πραγματοποιήσει από μόνος του μια σημαντική επένδυση στην ελαιοκαλλιέργεια ή σε οποιαδήποτε άλλη καλλιέργεια. Υπάρχει υψηλό κόστος εγκατάστασης και παραγωγής, μεγάλη μεταβλητότητα στις τιμές των αγροτικών προϊόντων και ταυτόχρονα η αβεβαιότητα που δημιουργούν οι μεταβαλλόμενες κλιματικές συνθήκες.
Επομένως, πρέπει να υπάρχουν ουσιαστικά κίνητρα. Χρειάζονται χρηματοδοτικά εργαλεία από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και πολιτικές σε εθνικό επίπεδο που θα θέσουν ως προτεραιότητα τη χρηματοδότηση του πρωτογενούς τομέα και, κυρίως, την ανανέωση του ηλικιακού δυναμικού του.
Μπορεί ένας ελαιώνας να είναι βιώσιμος χωρίς επιδοτήσεις; Μπορεί κάποιος να ζει αποκλειστικά ως ελαιοπαραγωγός;
Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το μέγεθος και τη μορφή της εκμετάλλευσης. Ένας επαγγελματίας παραγωγός με μια μεγάλη και εντατική εκμετάλλευση μπορεί, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να ανταπεξέλθει βασιζόμενος στην πώληση του προϊόντος του. Απαραίτητη προϋπόθεση, όμως, είναι να έχει υιοθετήσει σύγχρονες τεχνολογίες και καινοτόμες καλλιεργητικές πρακτικές, να αξιοποιεί κλιματικά και άλλα δεδομένα και, όπου είναι εφικτό, να χρησιμοποιεί μηχανική συγκομιδή ώστε να περιορίζει το κόστος.
Για τους μικρομεσαίους ελαιοπαραγωγούς τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Εκεί θεωρώ ότι ιδιαίτερη σημασία αποκτά η δυνατότητα του παραγωγού να προσθέσει αξία στο προϊόν του. Η τυποποίηση και η πρόσβαση σε μια αγορά όπου το προϊόν μπορεί να πωληθεί σε υψηλότερη τιμή μπορούν να δημιουργήσουν καλύτερες προϋποθέσεις βιωσιμότητας. Επομένως, για έναν παραγωγό που δεν διαθέτει πολύ μεγάλες εκτάσεις, η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στο πόσο θα παράγει, αλλά και στο πώς θα διαθέσει το προϊόν του και πόση προστιθέμενη αξία θα καταφέρει να δημιουργήσει.
Πόσο έντονα βιώνει η ελαιοκαλλιέργεια της Λέσβου τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής;
Οι επιπτώσεις είναι πολύ σημαντικές. Η Λέσβος παρουσιάζει μεγάλη διαφοροποίηση ως προς τα εδάφη και το ανάγλυφο, ενώ μεγάλο μέρος των ελαιώνων βρίσκεται σε επικλινείς και ημιορεινές εκτάσεις. Αυτό σημαίνει ότι οι βροχοπτώσεις δεν αξιοποιούνται πάντα αποτελεσματικά από το έδαφος. Όταν, λοιπόν, μειώνονται οι βροχοπτώσεις και παρατείνονται οι ξηρές περίοδοι, το έδαφος χάνει γρηγορότερα την υγρασία του και τα ελαιόδεντρα μπορούν να βρεθούν ευκολότερα σε συνθήκες υδατικής καταπόνησης. Παράλληλα, για να προσαρμοστεί ένας ελαιώνας στις νέες συνθήκες απαιτούνται περισσότερες και πιο στοχευμένες παρεμβάσεις. Αυτό, όμως, συνεπάγεται επιπλέον χρόνο και κόστος.
Στη Λέσβο ένα μεγάλο μέρος των παραγωγών είναι ετεροεπαγγελματίες και η ελαιοκαλλιέργεια αποτελεί δεύτερη απασχόληση. Συνεπώς, δεν είναι πάντοτε εύκολο να πραγματοποιούνται οι απαιτούμενες επεμβάσεις στον κατάλληλο χρόνο. Όλα αυτά επηρεάζουν τελικά την παραγωγικότητα των ελαιώνων και κάνουν την προσαρμογή στις νέες κλιματικές συνθήκες ακόμη πιο απαιτητική.


