Πλημμυρικά φαινόμενα σε ελαιώνες και οπωρώνες – Στρατηγικές επιβίωσης των δένδρων σε ένα μεταβαλλόμενο κλίμα

Γράφουν οι κ.κ.

Χριστίνα Τοπάλη (γεωπόνος M.Sc. και υποψήφια διδάκτορας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης)
Χρυσοβαλάντου Αντωνοπούλου (επίκουρη καθηγήτρια στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης)
Χρήστος Χατζησαββίδης (καθηγητής Δενδροκομίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Δενδροκομίας – Κηπευτικών – Ανθοκομίας, στο Τμήμα Αγροτικής Ανάπτυξης της Σχολής Επιστημών Γεωπονίας και Δασολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης)

Η κατάκλυση του εδάφους με νερό επηρεάζει καθοριστικά τη λειτουργία των οπωροφόρων δένδρων και της ελιάς, καθιστώντας αναγκαία την αναγνώριση των κρίσιμων συμπτωμάτων λόγω ασφυξίας των ριζών, αλλά και την υιοθέτηση στρατηγικών επιλογών που μπορούν να θωρακίσουν τον οπωρώνα.

Η ανάγκη για κάλυψη της παγκόσμιας αγοράς σε φρούτα έχει οδηγήσει στην επέκταση των δενδρωδών καλλιεργειών, συμπεριλαμβανομένης και της ελιάς, σε περιοχές που παλαιότερα θεωρούνταν ακατάλληλες, όπως είναι για παράδειγμα πεδινά εδάφη με χαμηλό υψόμετρο και κακή στράγγιση, τα οποία κατακρατούν ευκολότερα νερό.

Σύμφωνα με τη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (Intergovernmental Panel on Climate Change [IPCC, 2023]) η θέρμανση του πλανήτη συνδέεται με την αύξηση στην συχνότητα και στην ένταση των βροχοπτώσεων, ενώ προβλέπεται ότι σε επίπεδα υπερθέρμανσης 1,5°C και άνω, τα φαινόμενα αυτά θα γίνουν συχνότερα και εντονότερα.

Αυτές οι τοπικές βροχοπτώσεις έχουν ως αποτέλεσμα να εκτίθενται οι οπωρώνες σε συνθήκες υπερβολικής εδαφικής υγρασίας. Επιπλέον, όσο υψηλότερες είναι οι θερμοκρασίες, τόσο γρηγορότερα εξαντλείται το οξυγόνο στο στάσιμο νερό και τόσο συντομότερα ξεκινούν οι σήψεις στα δένδρα. Παράλληλα, αυξάνει ο ρυθμός αναπνοής τους και συνεπώς ξοδεύονται αποταμιευμένες ουσίες.

Η κατάσταση αυτή, προφανώς, δεν είναι ένα πρόσκαιρο πρόβλημα εξαιτίας κακής άρδευσης, αλλά αποτελεί έναν σοβαρό παράγοντα καταπόνησης (στρες) για την καλλιέργεια, ο οποίος μειώνει την απόδοση και συχνά οδηγεί ακόμα και σε ολοκληρωτική καταστροφή των δέντρων.

Ξηρασία και βροχοπτώσεις

Σύμφωνα με τις τελευταίες μετρήσεις για το μήνα Μάρτιο, μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ευρώπης βίωσε ξηρότερες από το μέσο όρο συνθήκες. Αντίθετα, στην Ισλανδία, στο βόρειο Ηνωμένο Βασίλειο, σε μεγάλο τμήμα της Σκανδιναβίας, καθώς και σε πολλές περιοχές της Μεσογείου και του Καυκάσου, καταγράφηκαν βροχοπτώσεων και τιμές εδαφικής υγρασίας άνω του μέσου όρου.

Τα έντονα καιρικά φαινόμενα φέτος, τα οποία σχετίζονται εν μέρει με τη διέλευση των καταιγίδων Medicane Samuel (Jolina), Deborah και Erminio, προκάλεσαν πλημμύρες και ζημιές σε αρκετές περιοχές της Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης της νότιας Γαλλίας, της Ισπανίας, της νότιας Ιταλίας, των Βαλκανίων, της Ελλάδας και τμημάτων της βόρειας Αφρικής.

Πρόσφατες χαρακτηριστικές περιπτώσεις πλημμυρών σε καλλιέργειες είναι εκείνες στη Θράκη από την υπερχείλιση του ποταμού Έβρου το 2026, και στη Θεσσαλία από την κακοκαιρία Daniel το 2023.

Κατάκλυση εδάφους

Η κατάκλυση του εδάφους είναι η κατάσταση κατά την οποία το νερό που προέρχεται από έντονη βροχόπτωση ή υπερχείλιση παρακείμενων υδάτινων όγκων, σε συνδυασμό με κακή αποστράγγιση, παραμένει στάσιμο και καλύπτει την επιφάνεια του εδάφους, ή παραμένει μέσα στο έδαφος για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Το φαινόμενο, δηλαδή, εμφανίζεται με δυο μορφές: την επιφανειακή κατάκλυση (λιμνάζοντα ύδατα) και τον εσωτερικό κορεσμό κατά τον οποίο το νερό γεμίζει τους πόρους του εδάφους χωρίς να είναι ορατό.

Σύγκριση μορφολογικών και ανατομικών αποκρίσεων σε υποκείμενα Prunus υπό συνθήκες υποξίας εξαιτίας πλημμύρας. Αριστερά (Marianna M2624): Το δέντρο παραμένει υγιές αναπτύσσοντας «στρατηγική διαφυγής» (avoidance strategy) μέσω του σχηματισμού αερεγχύματος στο ριζικό σύστημα, επίκτητων ριζών και υπερτροφικών φακιδίων στον κορμό. Δεξιά (Mazzard F12/1): Λόγω έλλειψης αυτών των προσαρμογών, το δέντρο παρουσιάζει έντονα συμπτώματα καταπόνησης (ξήρανση φύλλων) και τελικά καταρρέει.

 

 

 

Ασφυξία ριζών

Σε συνθήκες πλημμύρας ή υδατοκορεσμού, ο διαθέσιμος αέρας αντικαθίσταται από νερό, προκαλώντας ασφυξία στις ρίζες. Αυτή η κατάσταση έχει ως συνέπεια τις παρακάτω επιπτώσεις στη λειτουργία των δένδρων:

  • «Ξηρασία» μέσα στο νερό: Παρόλο που το δένδρο είναι βυθισμένο στο νερό, οι ρίζες δε λειτουργούν σωστά και σταματούν να το απορροφούν, με αποτέλεσμα το δέντρο να κλείνει τα στομάτιά του για να περιορίσει τις απώλειες.
  • Ενεργειακή κρίση: Χωρίς οξυγόνο, το δένδρο για να επιβιώσει οδηγείται σε μια εναλλακτική διαδικασία, την αναερόβια αναπνοή, η οποία αποδίδει λιγότερη ενέργεια στο φυτό σε σύγκριση με την αερόβια αναπνοή.
  • Διαταραχή ορμονικής ισορροπίας: Το δένδρο δέχεται σήματα κινδύνου, παράγονται ορμόνες για την ενίσχυση της άμυνάς του, ενώ συσσωρεύεται αιθυλένιο και αμπσισικό οξύ.

 

 

 

 

 

 

Συμπτώματα σε νεαρό φυτό ελιάς μετά από καταπόνηση εξαιτίας πλημμυρίσματος (προσωπικό αρχείο Χρ. Τοπάλη)

 

Ορατά συμπτώματα

Η ζημιά ξεκινάει από τις ρίζες, αλλά πολύ γρήγορα επεκτείνεται προς το ανώτερο τμήμα του δένδρου. Τα κυριότερα συμπτώματα είναι:

  • Αναστολή ανάπτυξης νέων βλαστών.
  • Κιτρίνισμα, ξήρανση και πτώση φύλλων.
  • Πρόωρη πτώση ανθέων και καρπών.
  • Νέκρωση του δένδρου.

 

 

 

 

Αντοχή των δένδρων

Η αντοχή των δέντρων στο νερό εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως είναι ο γενότυπος, δηλαδή το είδος, η ποικιλία και το υποκείμενο. Ένας άλλος παράγοντας είναι το στάδιο ανάπτυξης των δένδρων, καθώς στην περίπτωση που τα έντονα φαινόμενα εμφανιστούν κατά την περίοδο του χειμώνα (λήθαργος των δένδρων), τότε ο κίνδυνος για σοβαρή ζημιά είναι μικρότερος.

Αντίθετα, εάν η πλημμύρα συμβεί κατά την περίοδο της άνθησης ή της ανάπτυξης των καρπών, η ζημιά θα είναι μεγαλύτερη, καθώς το δένδρο βρίσκεται σε φάση εντονότερης δραστηριότητας.

Οι νεαροί οπωρώνες είναι πιο ευάλωτοι στην ασφυξία, ενώ τα δένδρα με ισχυρό και εκτεταμένο ριζικό σύστημα είναι πιο ανθεκτικά σε τέτοιες συνθήκες.

Όταν το οξυγόνο στις ρίζες εξαντλείται, το δένδρο ενεργοποιεί μια σειρά από μηχανισμούς για να συνεχιστεί η διεργασία της αναπνοής και να διατηρήσει τη λειτουργία του. Μία τέτοια απόκριση είναι η δημιουργία αερεγχύματος, δηλαδή εσωτερικών «διόδων» στους ιστούς της ρίζας και του βλαστού. Αυτοί οι χώροι λειτουργούν ως αγωγοί οι οποίοι μεταφέρουν οξυγόνο από το υπέργειο μέρος του φυτού προς τις ρίζες, αν και κάποια είδη όπως τα εσπεριδοειδή συχνά αδυνατούν να αναπτύξουν αυτή τη δομή.

Άλλη μορφολογική προσαρμογή είναι η δημιουργία υπερτροφικών φακιδίων στον κορμό, που βοηθούν την ανταλλαγή αερίων μεταξύ της ατμόσφαιρας και των εσωτερικών ιστών του δένδρου.

Επιπλέον, ορισμένα δένδρα αναπτύσσουν νέες, μικρές και λευκές ρίζες κοντά στην επιφάνεια του νερού, οι οποίες απορροφούν οξυγόνο αντικαθιστώντας τη λειτουργία των βαθύτερων ριζών οι οποίες έχουν υποστεί ζημιά. Ωστόσο, υπάρχουν και κάποιες προσαρμογές στη φυσιολογία των δένδρων, όπως είναι η εναλλαγή από την αερόβια στην αναερόβια αναπνοή.

Διατομές ριζών του είδους Salix fragilis που αναπτύσσεται κάτω από συνθήκες καλά αεριζόμενου εδάφους (1) και με σχηματισμό αερεγχύματος ως απόκριση σε συνθήκες πλημμύρας (2).

Τρόποι αντιμετώπισης

Η αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος ξεκινάει από το σχεδιασμό και την εγκατάσταση του οπωρώνα. Αρχικά απαιτείται επιλογή κατάλληλων οπωροφόρων ειδών και υποκειμένων, με γενετική αντοχή σε υγρά εδάφη και με ικανότητα να ενεργοποιούν άμεσα μηχανισμούς άμυνας.

Επιπλέον, πριν την εγκατάσταση της φυτείας θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα για την καλή αποστράγγιση του εδάφους, όπως π.χ. με την ενσωμάτωση υλικών που βελτιώνουν τον αερισμό και τη στράγγισή του, την κατάλληλη ισοπέδωση και τη δημιουργία αποστραγγιστικού συστήματος. Ταυτόχρονα, η φύτευση των δένδρων σε υπερυψωμένα αναχώματα (σαμάρια) επιτρέπει στο ριζικό σύστημα και στη βάση του κορμού (λαιμό) να παραμένουν υψηλότερα από τη στάθμη του νερού.

Παράλληλα, σε συνθήκες υδατοκορεσμού, η χρήση νέων τύπων λιπασμάτων (όπως είναι το υπεροξείδιο του ασβεστίου ή το λίπασμα μαγνησίου), οι εφαρμογές ορισμένων φυτορρυθμιστικών ουσιών (όπως είναι η γλυκίνη – μπεταΐνη και το υπεροξείδιο του υδρογόνου), καθώς και οι εφαρμογές βιοδιεγερτών ή μελατονίνης, ενισχύουν την αντιοξειδωτική άμυνα και τη φωτοσύνθεση των δέντρων.

Μετά την υποχώρηση του πλημμυρικού φαινομένου, το κλάδεμα της κόμης των δένδρων μπορεί να αποκαταστήσει την ισορροπία της αναλογίας βλαστών και ριζών. Επίσης, εφόσον υπάρχει δυνατότητα, συστήνεται ο αερισμός του εδάφους με κατάλληλες καλλιεργητικές τεχνικές, με σκοπό την ταχύτερη ανάκαμψη των δένδρων.

Επιπλέον, ο εμπλουτισμός του εδάφους με οργανική ουσία, καθώς και η σταδιακή λίπανση κυρίως με άζωτο, αναπληρώνουν τις απώλειες από έκπλυση, βελτιώνουν τη δομή του εδάφους και ενισχύουν τα δένδρα, ώστε αυτά, κατ’ αρχήν, να αναπτύξουν ένα νέο και υγιές ριζικό σύστημα.

Στην εποχή της κλιματικής αλλαγής, τα φαινόμενα της πλημμύρας και του υδατοκορεσμού δεν είναι πλέον σπάνια, αλλά μια πραγματικότητα που οι παραγωγοί καλούνται να κατανοήσουν και να διαχειριστούν. Επιλέγοντας κατάλληλες τεχνικές και πρακτικές για πρόληψη ή ανακούφιση των δένδρων από την καταπόνηση, δύναται να βελτιωθεί η ανθεκτικότητα του οπωρώνα, ώστε να ανταπεξέλθει και να ανακάμψει σε σύντομο χρονικό διάστημα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Δημοφιλέστερα

ΑρχικήΓεωργίαΠλημμυρικά φαινόμενα σε ελαιώνες και οπωρώνες - Στρατηγικές επιβίωσης των δένδρων σε...