Κίνητρα για την τοποθέτηση φωτοβολταϊκών σε γη υψηλής παραγωγικότητας
Το ζήτημα των αγροτικών φωτοβολταϊκών πρωταγωνιστεί αυτή την περίοδο στον αγροτικό κόσμο της χώρας –κι όχι μόνο– κυρίως λόγω του νέου νομοσχεδίου. Για να αποσαφηνίσουμε όσα διατυπώνονται στο νομοσχέδιο, μιλήσαμε με φορείς της αγοράς οι οποίοι μας έδωσαν στοιχεία που πρέπει να λάβουν υπόψη οι αγρότες που θα θελήσουν να εγκαταστήσουν φωτοβολταϊκά στις εκμεταλλεύσεις τους.
Η άποψη του ΣΠΕΦ

Ο δρ. Στέλιος Λουμάκης, πρόεδρος του Συνδέσμου Παραγωγών Ενέργειας με Φωτοβολταϊκά (ΣΠΕΦ), αναφέρει ότι το νομοσχέδιο συνεχίζει ορθά να μην επιτρέπει ανάπτυξη φωτοβολταϊκών σταθμών εγκατεστημένης ισχύος άνω του 1 MW σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας (ΓΓΥΠ), ενώ για σταθμούς μικρότερης ισχύος θα απαιτείται η παράλληλη άσκηση καλλιεργητικής δραστηριότητας.
Η συνολική έκταση που καλύπτουν φωτοβολταϊκοί σταθμοί σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 0,8% του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων της κάθε περιφερειακής ενότητας. Τέτοιοι σταθμοί, λοιπόν, δεν αφορούν αποκλειστικά αγρότες, αλλά οποιονδήποτε φορέα, φυσικό πρόσωπο ή επιχείρηση ασκεί ή επιθυμεί να ασκήσει ταυτόχρονα καλλιεργητική δραστηριότητα και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκό σταθμό ισχύος μέχρι 1 MW.
«Το αν η διάταξη θα υπηρετήσει το σκοπό της ταυτόχρονης άσκησης των δύο δραστηριοτήτων, δηλαδή της καλλιέργειας και της ηλεκτροπαραγωγής, θα κριθεί στις λεπτομέρειες που θα καθοριστούν με σχετική υπουργική απόφαση» τονίζει ο κ. Λουμάκης.
Προκειμένου να αποκλειστεί η περίπτωση να χρησιμοποιηθεί γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας για την ανάπτυξη αποκλειστικά φωτοβολταϊκών σταθμών, θα πρέπει σύμφωνα με τον κ. Λουμάκη να οριστούν τεκμήρια ως προς την άσκηση της καλλιεργητικής δραστηριότητας, και σε περίπτωση παράλειψής της να επιβάλλεται ποινή ανάκλησης της σύμβασης σύνδεσης.
Σημαντικό είναι επίσης να οριστεί ελάχιστη απόσταση των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων από το έδαφος (λ.χ. άνω των 2,5 μέτρων), ώστε να μπορεί να ασκηθεί καλλιεργητική δραστηριότητα από κάτω.
«Την επιτυχία του εγχειρήματος, επισημαίνει ο κ. Λουμάκης, θα καθορίσουν καίρια τόσο το μοντέλο λειτουργίας των φωτοβολταϊκών σταθμών, δηλαδή αν θα πρόκειται αποκλειστικά για αυτοπαραγωγή ή και για ανεξάρτητη παραγωγή, όσο και τα ζητήματα σχετικά με τον διαθέσιμο ηλεκτρικό χώρο και τις αποζημιώσεις σε περίπτωση ανεξάρτητης παραγωγής».
Ισορροπία
Όπως τονίζει ο κ. Λουμάκης, ήταν ισορροπημένο το πλαίσιο που όρισε ο ν.4643/2019, επιτρέποντας ανάπτυξη σταθμών εγκατεστημένης ισχύος έως 1 MW εντός γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας και συνολικά μέχρι το 1% του συνόλου των καλλιεργήσιμων εκτάσεων της κάθε περιφερειακής ενότητας. Με το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων (ΥΠ.Α.Α.Τ.) το όριο αυτό μειώνεται σε 0,8%, δηλαδή αυστηροποιείται περαιτέρω η διαδικασία.
«Σε κάθε περίπτωση, τονίζει ο κ. Λουμάκης, η πολιτεία οφείλει να απέχει από χαριστικές ρυθμίσεις προτεραιοποίησης επενδύσεων με υποκειμενικά ή ψηφοθηρικά κριτήρια εντός αλλά και εκτός γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας».
Το νέο νομοσχέδιο δεν αφορά αποκλειστικά αγρότες αλλά αγροτικές εκτάσεις που δύναται να κατέχουν ο κάθε πολίτης. Οπότε, η πρώτιστη ωφέλεια είναι η κάλυψη ιδίων αναγκών σε ηλεκτρική ενέργεια, μέσω προγραμμάτων αυτοκατανάλωσης.
«Αν ήμουν υπουργός, επισημαίνει ο κ. Λουμάκης, θα επέλεγα να αποκλείσω την ανεξάρτητη ηλεκτροπαραγωγή από τα σχήματα αυτά, διότι είμαι περίπου βέβαιος ότι οι καλλιέργειες, στο πλείστο των περιπτώσεων και σε βάθος χρόνου, θα καταλήξουν με τροπολογίες να γίνουν πλασματικές.
»Ο σκοπός του φωτοβολταϊκού συστήματος στην αγροτική εκμετάλλευση δεν πρέπει να είναι εισπρακτικός αλλά εξοικονομητικός. Άλλωστε, όποιος ήθελε να αναπτύξει φωτοβολταϊκό σταθμό ως ανεξάρτητος παραγωγός, είχε και τα προηγούμενα χρόνια τη δυνατότητα να το κάνει, εντός βεβαίως των πλαισίων της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας και του διαμορφούμενου ηλεκτρικού χώρου. Οπότε, δεν πρέπει τώρα να είναι σκοπός να μοιρασθούν τα απομεινάρια του ηλεκτρικού χώρου με πλάγιους τρόπους.
»Κάτι τέτοιο δεν δύναται φυσικά να το ρυθμίσει από μόνο του το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, καθώς είναι αρμόδιο το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας».
Οι τιμές στην ενέργεια
Αναφορικά με τις τιμές στην ενέργεια, ο κ. Λουμάκης σημειώνει ότι οι καταναλωτές έζησαν μεγάλες αυξήσεις λόγω της εκτόξευσης της τιμής του φυσικού αερίου, και επισημαίνει:
«Παρά τις γενναίες επιδοτήσεις των λογαριασμών των καταναλωτών από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), μέσω του Ταμείου Ενεργειακής Μετάβασης, αρκετά δισεκατομμύρια έφυγαν από την ελληνική οικονομία στο εξωτερικό για την προμήθεια του καυσίμου αυτού τα περασμένα δύο χρόνια· χρήματα που δεν πρόκειται να επιστρέψουν.
»Επιπλέον οι καταναλωτές, παρά τις επιδοτήσεις, υπέστησαν μια αύξηση στο κόστος του ρεύματος της τάξης του 50%, ενώ σήμερα, μετά την κρίση, έχει παραμείνει μια μεσοσταθμική αύξηση της τάξης του 20-30%. Βεβαίως αυτά υπέστησαν και οι Ευρωπαίοι καταναλωτές, και όχι μόνο. Οπότε εκτιμώ πως παρά την οικονομική αιμορραγία και τον πληθωρισμό που αναζωπυρώθηκε, δεν είναι μόνο η Ελλάδα που γνώρισε μείωση ανταγωνιστικότητας, αφού το φαινόμενο ήταν γενικό.
»Εν πάση περιπτώσει, ευρισκόμενοι στην «επόμενη» μέρα, κρίσιμο ρόλο τώρα θα παίξει ο ανταγωνισμός μεταξύ των προμηθευτών, δηλαδή των εταιρειών λιανικής. Δυστυχώς, η επικράτηση καθετοποιημένων επιχειρήσεων επ’ ουδενί δεν διασφαλίζει χαμηλότερο κόστος ενέργειας.
»Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε η πολιτεία δεν θα χρειαζόταν να επιβάλει εισφορές 90% στα απροσδόκητα υπερκέρδη της ηλεκτροπαραγωγής από ορυκτά καύσιμα και 100% στα επίσης απροσδόκητα υπερκέρδη της προμήθειας τα προηγούμενα χρόνια. Με απλούστερα λόγια, η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας είναι ρηχή και μικρή, και αρκούν 3-4 καθετοποιημένοι παίκτες για να πάψει να λειτουργεί ευεργετικά η λεγόμενη “οικονομική απορρύθμιση”».
»Μόνο για τις ΑΠΕ των μικρών παικτών μπορεί η πολιτεία να είναι σίγουρη πως μειώνουν τους λογαριασμούς των καταναλωτών, και τούτο επειδή οι μικροί δεν έχουν πρόσβαση στη λιανική, ώστε να βάζουν «καπέλο» στις τιμές, αλλά στηρίζονται και λειτουργούν μόνο στις εξαιρετικά χαμηλές τιμές αναφοράς που προσφέρει το κράτος για την παραγόμενη κιλοβατώρα τους».
Η άποψη του ΓΕΩΤΕΕ

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο T-Press WEB TV και την εκπομπή T-Press Expos, ο πρόεδρος του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΓΕΩΤ.Ε.Ε.) κ. Μενέλαος Γαρδικιώτης διευκρίνισε ότι η άποψη του Επιμελητηρίου είναι θετική ως προς τη συνύπαρξη φωτοβολταϊκών με καλλιέργειες σε γη υψηλής παραγωγικότητας.
Ωστόσο απαιτείται αποσαφήνιση ζητημάτων όπως είναι η έκλυση θερμότητας κάτω από τα πάνελ, η οποία επηρεάζει πολλαπλά τα φυτά. Μπορεί το χειμώνα να σταματά το λήθαργό τους, ή μπορεί να τα πρωιμίζει, κάτι που θα πρέπει να είναι εν γνώσει του παραγωγού, ώστε να μπορεί να αξιοποιήσει τέτοιες συνθήκες, επιλέγοντας συγκεκριμένες καλλιέργειες.
«Οπότε η πρόταση του ΓΕΩΤ.Ε.Ε., αναφέρει ο κ. Γαρδικιώτης, είναι να υπάρξουν τάχιστα ερευνητικά προγράμματα τα οποία θα εστιάσουν στο συγκεκριμένο τομέα, ο οποίος θα μπορέσει να δώσει μια διάσταση συνεκμετάλλευσης στην καλλιεργητική πρακτική και στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
»Χρειάζεται συζήτηση αλλά και διαμόρφωση πειραματικών αγρών, οι οποίοι θα μας δώσουν αποτελέσματα. Γιατί η παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος μπορεί όντως να γίνεται σε γη υψηλής παραγωγικότητας· αυτό όμως που δεν γνωρίζουμε είναι πώς αντιδρούν οι καλλιέργειες. Άρα, είναι ακόμα νωρίς για να πούμε ότι καταλήγουμε σε κάποια πρόταση.
»Κάτι εξίσου σημαντικό και κρίσιμο είναι η εγκατάλειψη της καλλιέργειας της γης από πολλούς αγρότες, και η στροφή τους στην εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σταθμών. Εδώ θα πρέπει να ξεκαθαριστεί κάτι που αφορά πρωτίστως την κοινωνία. Συζητάμε για δύο αγαθά, την τροφή και την ενέργεια. Αντιλαμβανόμαστε ότι κανένα από τα δύο δεν πρέπει να περιοριστεί, ειδικά το ζήτημα της επάρκειας τροφής που σχετίζεται με τη γη υψηλής παραγωγικότητας.
»Κάτι τέτοιο θα μας κάνει πάρα πολύ ευάλωτους και θα μας γυρίσει πίσω στο πρόσφατο παρελθόν, όταν βιώσαμε πολύ δύσκολες συνθήκες με το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, όταν συνειδητοποιήσαμε πόσο ανάγκη έχουμε τα σιτηρά. Άρα, το πάντρεμα των δύο αυτών δραστηριοτήτων δεν πρέπει επ’ ουδενί να αποβεί εις βάρος του παράγοντα που λέγεται “παραγωγική γη”».
Η άποψη του ΠΣΑΦ

«Μέσω των αγροτικών φωτοβολταϊκών, ο γεωργός αποκτά μία “στέγη” στο χωράφι του, μέσω της οποίας προστατεύει την ίδια του την καλλιέργεια» μας λέει ο κ. Κώστας Σπανούλης, πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Αγροτικών Φωτοβολταϊκών (ΠΣΑΦ), που επίσης απαντά θετικά στο ζήτημα της συνύπαρξης φωτοβολταϊκών και καλλιεργειών σε γη υψηλής παραγωγικότητας.
Όσον αφορά τα είδη που μπορούν να καλλιεργηθούν σε τέτοιες εκτάσεις, ο κ. Σπανούλης αναφέρει ότι μπορεί να είναι οπωροκηπευτικά, θαμνώδεις καλλιέργειες όπως τα αμπέλια, ή ακόμα και δενδρώδεις, και συνεχίζει αναφέροντας τα εξής:
«Η ύπαρξη αγροτικών φωτοβολταϊκών σε ένα χωράφι προσφέρει προστιθέμενη αξία στα προϊόντα, καθώς ο αγρότης μπορεί να προβεί σε συμβολαιακή γεωργία με το εκάστοτε σουπερμάρκετ ή με οποιαδήποτε άλλη εμπορική επιχείρηση, μια και το προϊόν, ως ένα βαθμό, μπορεί να διασφαλιστεί από θεομηνίες, χαλάζι, καύσωνες και άλλα ακραία καιρικά φαινόμενα που επηρεάζουν την παραγωγή.
»Σε συνεργασία με την Τράπεζα Πειραιώς και με τεχνικούς συμβούλους, και με βάση παραδείγματα από χώρες που ήδη εφαρμόζουν αγροτικά φωτοβολταϊκά, όπως είναι η Γερμανία, η Ιταλία, ακόμα και η Ιαπωνία, κάνουμε ως ΠΣΑΦ εισηγήσεις που στοχεύουν στη δημιουργία καλλιεργειών υψηλής προστιθέμενης αξίας· καλλιεργειών που θα καλύπτουν τις διατροφικές ανάγκες της χώρας, ενώ παράλληλα θα προσφέρουν ένα επιπλέον εισόδημα στον αγρότη.
»Στόχος είναι η κάλυψη των αναγκών από εγχώρια παραγωγή και κυρίως μέσω παροχής κινήτρων ειδικά σε νέους αγρότες που θέλουν να μείνουν στην ύπαιθρο και να ασχοληθούν με τη γη ως πρώτο τους επάγγελμα. Για να γίνει αυτό, είναι αναγκαία η ενίσχυση του εισοδήματός τους μέσα από την παραγωγή ενέργειας.
»Και πρέπει να έχουμε υπόψη ότι ο αγρότης πρώτα καταβάλλει όλα τα χρήματα στις καλλιεργητικές του φροντίδες, και μετά από 6, 8 ή ακόμα και 10 μήνες πουλάει την παραγωγή του. Άρα ουσιαστικά εισπράττει σχεδόν έναν χρόνο μετά. Μέσω του εισοδήματος που θα προκύψει από τη συνύπαρξη φωτοβολταϊκών και καλλιεργειών στο ίδιο χωράφι, ο γεωργός θα μπορεί να αναδιαρθρώσει τις καλλιέργειές του, βελτιώνοντας έτσι τις εκτάσεις του.
»Και ας μην ξεχνάμε ότι ο ηλικιακός μέσος όρος του αγροτικού πληθυσμού στη χώρα μας ξεπερνά τα 55 έτη. Αν δεν κάνουμε κάτι τώρα για αυτό, παρέχοντας κίνητρα προς τους νέους παραγωγούς, σε λίγο καιρό θα είναι αργά, καθώς θα υπάρξει εγκατάλειψη. Αυτό σημαίνει εγκατάλειψη της υπαίθρου και νεκρά χωριά. Ο πρωτογενής τομέας στηρίζει 100 επαγγέλματα, και χωρίς αυτόν, τα επαγγέλματα αυτά θα καταρρεύσουν».
Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα για τον ΠΣΑΦ είναι ότι πρέπει να υπάρχει ποσόστωση στην ενεργειακή εκμετάλλευση του εναπομείναντος εθνικού χώρου, με τον κ. Σπανούλη να επισημαίνει τα εξής:
«Δυστυχώς αυτή τη στιγμή έχει γίνει μια τεράστια κατάληψη από μεγάλες εταιρείες που δεν είναι καν ελληνικών συμφερόντων, αλλά και από εικονικές ενεργειακές κοινότητες, με αποτέλεσμα ο χώρος που μένει για ανάπτυξη φωτοβολταϊκών να είναι εξαιρετικά περιορισμένος. Ακόμα όμως κι αυτός θα πρέπει να παραχωρηθεί στους αγρότες, για να παραμείνουν στην ύπαιθρο.
»Έχουμε καταθέσει τις απόψεις μας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (Υ.Π.ΕΝ.), και μέσω του Εθνικού Σχεδιασμού για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) εκτιμούμε ότι έως το 2030 μπορούν να κατασκευαστούν 80.000 τέτοιες μονάδες από αγρότες. Το 80.000 δεν το λέμε αυθαίρετα. Με αυτό το ποσοστό οι Έλληνες αγρότες θα πλησιάσουν επί της ουσίας το αντίστοιχο 20% που αξιοποιούν αγρότες σε χώρες όπως είναι η Γερμανία. Ας μην ξεχνάμε ότι το 8% του πληθυσμού στην Ελλάδα είναι αγρότες, όταν την ίδια στιγμή στη Γερμανία ο αγροτικός πληθυσμός αριθμεί μόλις το 1%.
»Τα αγροφωτοβολταϊκά είναι μια μεγάλη επένδυση για έναν αγρότη, καθώς μπορεί να αγγίξει τα 400.000 ευρώ. Για να μπορέσουν οι γεωργοί μας να ανταποκριθούν σε αυτή, έχουμε προτείνει την ένταξη γεωργικών σχημάτων σε ευρωπαϊκά προγράμματα, με ποσοστό χρηματοδότησης 30%, ώστε άμεσα να γίνει απόσβεση της δαπάνης».
Στο περιθώριο της συζήτησής μας ο κ. Σπανούλης θέλησε να αναφερθεί και στο ζήτημα των εισαγόμενων προϊόντων από τρίτες χώρες, για τα οποία είπε ότι είναι φορτωμένα με «τροφομίλια» και υποβαθμίζονται κατά τη διαδρομή τους, φτάνοντας τελικά στον καταναλωτή με μειωμένη διατροφική αξία αλλά σε υψηλότερη τιμή.
Το θέμα των αγροτικών φωτοβολταϊκών φιλοξενείται στο τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου του Agro.tec.




