Σε μια περίοδο όπου η περιβαλλοντική διάσταση της κτηνοτροφίας βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, η επιστημονική τεκμηρίωση αποκτά καθοριστική σημασία. Ο κ. Ανδρέας Φώσκολος, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Επιστήμης Ζωικής Παραγωγής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, με πολυετή ερευνητική εμπειρία στη διατροφή μηρυκαστικών και στην αποδοτικότητα της χρήσης του αζώτου, αναλύει τα πραγματικά δεδομένα πίσω από τις εκπομπές μεθανίου, τη νιτρορύπανση και τις δυνατότητες μείωσης του περιβαλλοντικού αποτυπώματος μέσω στοχευμένων διατροφικών στρατηγικών.
Παράλληλα, μιλά για τη θέση της ελληνικής γαλακτοπαραγωγού αγελαδοτροφίας στο ευρωπαϊκό περιβάλλον και για την ανάγκη ενός πιο συνεκτικού πολιτικού σχεδιασμού.
Συνέντευξη στην Κατερίνα Λαδοπούλου
– Με βάση το ερευνητικό σας έργο, ποιες επιπτώσεις έχει η διατροφή των αγελάδων στο περιβάλλον και ποιες πρακτικές μπορούν να μειώσουν αυτή την επιβάρυνση;
– Η διατροφή των ζώων αποτελεί βασικό εργαλείο για τον περιορισμό της ρύπανσης που προκαλεί η σύγχρονη βοοτροφία στο περιβάλλον. Διακρίνουμε δύο κύριους πυλώνες επιβάρυνσης. Ο πρώτος αφορά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, και ειδικότερα το μεθάνιο, το οποίο παράγεται κατά την πέψη των ζωοτροφών στη μεγάλη κοιλία των μηρυκαστικών. Ο δεύτερος πυλώνας σχετίζεται με τη νιτρορύπανση, δηλαδή την εναπόθεση περίσσειας αζώτου στο περιβάλλον. Η περίσσεια αυτή συμβάλλει σε φαινόμενα όπως είναι η όξινη βροχή, ενώ συνδέεται και με την έκλυση υποξειδίου του αζώτου, ενός ισχυρού αερίου του θερμοκηπίου.
Μέσω στοχευμένων παρεμβάσεων σε επίπεδο ζώου, η διατροφή μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά είτε στη μείωση των εκπομπών μεθανίου είτε στον περιορισμό του αζώτου που αποβάλλεται από τον οργανισμό.
Σε πρώτη φάση, η διατροφή των ζώων πρέπει να είναι ακριβείας, δηλαδή να βασίζεται στις πραγματικές διατροφικές τους ανάγκες. Δεν θα πρέπει να συνεχιστεί η πρακτική της υπερχορήγησης ολικών αζωτούχων ουσιών, με την αντίληψη ότι έτσι ενισχύεται η παραγωγή. Όλες οι μελέτες δείχνουν ότι η αυξημένη χορήγηση ολικών αζωτούχων –δηλαδή πρωτεϊνών– δεν οδηγεί σε αύξηση της παραγωγής, αλλά κυρίως σε μεγαλύτερη απέκκριση αζώτου, επιβαρύνοντας το περιβάλλον.
Σε ό,τι αφορά το μεθάνιο, το πρόβλημα μπορεί επίσης να αντιμετωπιστεί διατροφικά. Τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί εξειδικευμένα σκευάσματα από εταιρείες του κλάδου, ενώ πρόσφατα ένα τέτοιο προϊόν έλαβε έγκριση από την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων (EFSA) για χρήση στις ζωοτροφές. Πρόκειται για την τριανιτροξυπροπανόλη (3-NOP), η οποία μπορεί να μειώσει έως και κατά 50% το μεθάνιο που παράγεται από τους μικροοργανισμούς στη μεγάλη κοιλία των μηρυκαστικών, περιορίζοντας την απελευθέρωσή του στο περιβάλλον, χωρίς να επηρεάζει αρνητικά την υγεία των ζώων.
– Είναι όντως τόσο μεγάλη η ρύπανση που προκαλείται από τη βοοτροφία στο περιβάλλον ώστε να δαιμονοποιείται;
– Υπάρχει σημαντική παραπληροφόρηση γύρω από το ζήτημα της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης της κτηνοτροφίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ντοκιμαντέρ Cowspiracy, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει συμβάλει στη διαμόρφωση μιας ιδιαίτερα στρεβλής εικόνας για το ρόλο της εκτροφής βοοειδών στην κλιματική αλλαγή.
Στο ντοκιμαντέρ διατυπώνονται ισχυρισμοί χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση, φτάνοντας στο σημείο να αναφέρεται ότι έως και το 50% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου οφείλεται στα ζώα. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας.
Σύμφωνα με μελέτες διεθνών οργανισμών, όπως είναι η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC), η συνολική συμβολή της κτηνοτροφίας –συμπεριλαμβανομένων των βοοειδών και των μικρών μηρυκαστικών– εκτιμάται περίπου στο 8% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Ειδικότερα, το μεθάνιο που προέρχεται από τις εντερικές ζυμώσεις των μηρυκαστικών αντιστοιχεί περίπου στο 5-5,5% των συνολικών εκπομπών.
Πρόκειται, συνεπώς, για ένα υπαρκτό και σημαντικό ζήτημα, όχι όμως για τον κυρίαρχο παράγοντα της κλιματικής αλλαγής. Ο βασικός τομέας που συμβάλλει στις εκπομπές παραμένει η χρήση ενέργειας. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, περίπου το 75% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνδέεται με την παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας. Η συζήτηση, επομένως, οφείλει να βασίζεται σε τεκμηριωμένα δεδομένα και όχι σε υπεραπλουστεύσεις ή ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς.
Στη συζήτηση για την εκτροφή ζώων είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε όχι μόνο τις αρνητικές συνέπειες, αλλά και τα θετικά της αποτελέσματα. Τα μηρυκαστικά αποτελούν μια μοναδική κατηγορία ζώων, καθώς μπορούν να αξιοποιήσουν πρώτες ύλες και ζωοτροφές που δεν είναι βρώσιμες για τον άνθρωπο, ούτε για άλλους οργανισμούς. Η βοσκή, η μηδική και γενικότερα οι ινώδεις φυτικές ίνες δεν μπορούν να καταναλωθούν άμεσα από τον άνθρωπο ή τα μονογαστρικά ζώα, όπως είναι π.χ. ο χοίρος.
Χάρη στη μεγάλη κοιλία τους, όπου φιλοξενούνται εκατομμύρια μικροοργανισμοί, τα μηρυκαστικά έχουν τη δυνατότητα να διασπούν αυτές τις τροφές μέσω εντερικών ζυμώσεων. Οι μικροοργανισμοί αυτοί επιτρέπουν τη μετατροπή υλικών χαμηλής διατροφικής αξίας σε προϊόντα υψηλής βιολογικής και πρωτεϊνικής αξίας. Με αυτό τον τρόπο αξιοποιούνται πρώτες ύλες που διαφορετικά θα παρέμεναν ανεκμετάλλευτες, παράγοντας γάλα και κρέας –τρόφιμα υψηλής θρεπτικής αξίας. Συνεπώς, η εκτροφή μηρυκαστικών δεν παράγει μόνο περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αλλά και σημαντική προστιθέμενη αξία στο διατροφικό σύστημα.
– Έχετε αναφερθεί στην αποτελεσματικότητα της χρήσης αζώτου σε νεαρές αγελάδες. Ποιες είναι οι βασικές προτεραιότητες διαχείρισης για τους Έλληνες παραγωγούς, ώστε να βελτιώσουν την αποδοτικότητα αζώτου στη χώρα μας;
– Ένα από τα μεγαλύτερα πρακτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί, είναι η διαμόρφωση των σιτηρεσίων. Δεν είναι εφικτό μια μοσχίδα να λαμβάνει το ίδιο σιτηρέσιο για δύο συνεχόμενα έτη. Οι διατροφικές ανάγκες της διαφοροποιούνται σημαντικά μεταξύ της φάσης ανάπτυξης (έως τους 13 – 14 μήνες, όταν εισέρχεται στην αναπαραγωγή) και της φάσης κυοφορίας, η οποία διαρκεί περίπου εννέα μήνες μέχρι τον πρώτο τοκετό και την ένταξη στη γαλακτοπαραγωγή.
Επομένως, μιλάμε για τουλάχιστον δύο διακριτές διατροφικές φάσεις, με εξειδικευμένα σιτηρέσια που προσαρμόζονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε εκτροφής.
– Σε ποιο επίπεδο βρίσκονται οι Έλληνες κτηνοτρόφοι συγκριτικά με άλλους στην Ευρώπη και γενικότερα στον κόσμο;
– Οι Έλληνες που δραστηριοποιούνται στην γαλακτοπαραγωγό αγελαδοτροφία συγκαταλέγονται, κατά την άποψή μου, στους πλέον ανταγωνιστικούς στην Ευρώπη, ενδεχομένως και σε παγκόσμιο επίπεδο. Από την εμπειρία μου σε χώρες όπως είναι η Αγγλία, οι ΗΠΑ και η Ολλανδία, μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι σε τεχνικό και επιστημονικό επίπεδο δεν τους λείπει τίποτα σε σύγκριση με τους συναδέλφους τους.
Οι διαφορές εντοπίζονται κυρίως σε ζητήματα νοοτροπίας και παράδοσης. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, οι εκτροφές γαλακτοπαραγωγών αγελάδων μεταβιβάζονται συχνά από γενιά σε γενιά επί δεκαετίες ή και αιώνες. Αντίθετα, στην Ελλάδα, η συστηματική αγελαδοτροφία αποτελεί σχετικά πρόσφατη δραστηριότητα. Ουσιαστικά, από τη δεκαετία του 1950 και μετά διαμορφώθηκε ο κλάδος, γεγονός που σημαίνει ότι σήμερα βρισκόμαστε στη δεύτερη ή τρίτη γενιά εκτροφέων. Αυτό που για άλλες χώρες αποτελεί παράδοση και βιωματική γνώση, για εμάς είναι ακόμη διαδικασία μάθησης και εξέλιξης.
Παρά ταύτα, οι Έλληνες παραγωγοί είναι επαγγελματίες, με υψηλό επίπεδο τεχνογνωσίας και ιδιαίτερα καλές επιδόσεις αποδοτικότητας. Πρόσφατα ολοκληρώθηκε ένα μεγάλο ερευνητικό έργο με τίτλο Cowficiency, το οποίο εξέτασε την αποδοτικότητα της χρήσης του αζώτου σε μοσχίδες και αγελάδες σε χώρες όπως είναι η Αγγλία, η Ισπανία, η Ιταλία και οι ΗΠΑ. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι ελληνικές εκτροφές συγκαταλέγονταν μεταξύ εκείνων με τις καλύτερες επιδόσεις ως προς τη χρήση του αζώτου. Αυτό σημαίνει εφαρμογή στοχευμένης διατροφής και ισόρροπων σιτηρεσίων, και επίτευξη υψηλών παραγωγικών αποδόσεων.
Το ζήτημα αυτό έχει και άμεση οικονομική διάσταση, καθώς οι πρωτεϊνούχες ζωοτροφές είναι ιδιαίτερα δαπανηρές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τιμή της σόγιας και η διακύμανσή της στα διεθνή χρηματιστήρια. Η εφαρμογή ισόρροπων σιτηρεσίων δεν μειώνει μόνο την περιβαλλοντική επιβάρυνση, αλλά και το κόστος διατροφής. Συνεπώς, οι παραγωγοί έχουν σαφές και άμεσο κίνητρο να επενδύσουν σε πιο αποδοτικές διατροφικές στρατηγικές, προκειμένου να παράγουν περισσότερο και με λιγότερους πόρους.
– Ποια είναι τα μεγαλύτερα εμπόδια για την υιοθέτηση περιβαλλοντικά φιλικών πρακτικών στην ελληνική κτηνοτροφία, και ποιο ρόλο μπορούν να παίξουν οι πολιτικές, οι εκπαιδευτικές δομές και η μεταφορά τεχνογνωσίας;
– Τα προβλήματα δεν περιορίζονται στην Ελλάδα· είναι παγκόσμια και συνδέονται άμεσα με πολιτικές επιλογές και συγκρούσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ολλανδία, όπου, λόγω της έντονης νιτρορύπανσης, η κυβέρνηση αποφάσισε τη μείωση έως και κατά 30% του ζωικού κεφαλαίου των γαλακτοπαραγωγών αγελάδων. Μιλάμε για μια χώρα με μια από τις υψηλότερες αποδόσεις σε γαλακτοπαραγωγή διεθνώς. Η συζήτηση, επομένως, δεν είναι μόνο τεχνική· είναι βαθιά πολιτική.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι πώς θα δοθούν τα κατάλληλα κίνητρα στους κτηνοτρόφους για να επενδύσουν. Ένας παραγωγός δύσκολα θα επενδύσει αποκλειστικά για τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, εφόσον δεν υπάρχει άμεσο οικονομικό όφελος. Για παράδειγμα, τα πρόσθετα ζωοτροφών που μπορούν να μειώσουν το μεθάνιο κατά 40-50% έχουν σημαντικό ημερήσιο κόστος. Ο παραγωγός δεν βλέπει αύξηση της παραγωγής του, ούτε άμεση απόδοση της επένδυσης.
Γι’ αυτό απαιτείται ολοκληρωμένος σχεδιασμός ανά περιφέρεια, ανά περιοχή και ανά χώρα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχουν διαθέσιμα κονδύλια σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά συχνά κατευθύνονται χωρίς σαφή στόχευση. Αν στόχος είναι η μείωση της νιτρορύπανσης, πρέπει να προσδιοριστούν οι περιοχές προτεραιότητας. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, ο κάμπος της Λάρισας και η περιοχή του Πηνειού αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα. Υπάρχει, όμως, στοχευμένη πολιτική παρέμβαση; Μέχρι σήμερα, όχι επαρκώς.
Η τεχνογνωσία υπάρχει. Υπάρχουν δεξαμενές αποθήκευσης λυμάτων με κάλυμμα, οι οποίες μπορούν να μειώσουν έως και κατά 30% τις απώλειες αμμωνίας και, κατ’ επέκταση, τη νιτρορύπανση. Υπάρχουν επίσης συστήματα επεξεργασίας με αναερόβιους αντιδραστήρες. Ωστόσο, πρόκειται για επενδύσεις υψηλού κόστους. Πώς θα μπορέσει ένας μεμονωμένος παραγωγός να τις υλοποιήσει χωρίς θεσμική και οικονομική στήριξη; Η πολιτεία οφείλει να γνωρίζει πόσες γαλακτοπαραγωγικές μονάδες διαθέτει –στην Ελλάδα ο αριθμός είναι διαχειρίσιμος– και να σχεδιάσει στοχευμένα χρηματοδοτικά εργαλεία. Χωρίς κεντρικό σχεδιασμό, οι επενδύσεις γίνονται αποσπασματικά.
Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι αν υπάρχουν τεχνολογικές λύσεις. Η επιστήμη έχει ήδη δώσει τα εργαλεία. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει πολιτική βούληση και στρατηγική για την εφαρμογή τους.




