Η καστανιά είναι δέντρο τους καρπούς του οποίου ξεκινούμε να απολαμβάνουμε από τα μέσα του φθινοπώρου. Η καστανιά ως δέντρο ευδοκιμεί σε υψόμετρο μεγαλύτερο των 250 μέτρων και οι τρόποι πολλαπλασιασμού της βασίζονται σε σπορά, μοσχεύματα και εμβολιασμό.
Το δέντρο ανθίζει κατά την άνοιξη και τα κάστανα ωριμάζουν από τις αρχές Σεπτεμβρίου μέχρι τέλη Νοεμβρίου, ανάλογα με τις συνθήκες και την ποικιλία. Κάθε δέντρο μπορεί να δώσει από 30-50 κιλά κάστανα. Το μέγιστο της απόδοσης θεωρείται το 50-60 έτος της ηλικίας του.
Το Agro-Tec ήρθε σε επικοινωνία με τον κ. Στέφανο Διαμαντή, τέως τακτικό ερευνητή ΕΘΙΑΓΕ, Ινστιτούτου Δασικών Ερευνών, ο οποίος μας μίλησε αναλυτικά για τα προβλήματα υγείας της καστανιάς, τα οποία συνοπτικά αναλύονται παρακάτω. Να σημειώσουμε σε αυτό το σημείο ότι η καστανοκαλλιέργεια στην Ελλάδα ανθεί τα τελευταία 10 περίπου χρόνια.
Η ασθένεια του έλκους της καστανιάς, προκαλείται από το εισβλητικό παθογόνο Cryphonectria parasitica. Διαπιστώθηκε για πρώτη φορά στη χώρα μας το 1963 στο Πήλιο, ενώ η γρήγορη επέκτασή της σε όλη τη χώρα σε συνδυασμό με την εγκατάλειψη των καστανεώνων, λόγω μετακίνησης των ορεινών πληθυσμών στα αστικά κέντρα, ήταν οι κύριες αιτίες υποβάθμισης της καλλιέργειας της καστανιάς. Η Δασική Υπηρεσία σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών υλοποίησαν έργο Βιολογικής Καταπολέμησης σε εθνική κλίμακα σε δύο 3ετείς περιόδους (2007-2009 και 2014-2016). Τα θετικά αποτελέσματα του έργου αποτυπώνονται σήμερα στο διάγραμμα της FAOstat που δείχνει την Ελληνική εθνική παραγωγή κάστανου σχεδόν να διπλασιάζεται μετά το 2016. Βέβαια σε αυτό συντέλεσε και η αναβίωση εγκαταλειμμένων και η εγκατάσταση νέων καστανεώνων σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές. Η μόνη περιοχή που ακόμη καταγράφει απώλειες από την ασθένεια του έλκους είναι η Π.Ε. Χανίων όπου λόγω ιδιόμορφων συνθηκών η βιολογική καταπολέμηση δρα με αργότερο ρυθμό.
Καθώς οι παραγωγοί μας άρχισαν όλο και περισσότερο να αρδεύουν τους καστανεώνες η ασθένεια της μελάνωσης γίνεται περισσότερο έκδηλη και καταστροφική. Παθογόνα είδη του γένους Phytophthora που προσβάλλουν το ριζικό σύστημα των δένδρων ευνοούνται σημαντικά από την υπερβολική εδαφική υγρασία. Προς το παρόν η μελάνωση αποτελεί την υπ’ αριθμόν ένα φυτονόσο της καστανιάς σε νεκρώσεις δένδρων. Συνιστάται όπως οι παραγωγοί διατηρούν τα δένδρα τους ελαφρά «διψασμένα» αντί να δημιουργούν καταστροφικές συνθήκες με βαριά προγράμματα άρδευσης. Από το 2018 εφαρμόζεται η έγχυση υπερφωσφορώδους καλίου (Potassium phosphite) στους κορμούς δένδρων με ειδικές σύριγγες, θεραπευτικά και προληπτικά, με εξαιρετικά αποτελέσματα. Η μέθοδος είναι φιλική στο περιβάλλον καθώς το σκεύασμα είναι εντελώς ακίνδυνο και επιπλέον εισέρχεται απ’ ευθείας στα δένδρα σε δεδομένη δοσολογία.
Η ανθράκωση στα φύλλα της καστανιάς είναι ασθένεια που εκδηλώνεται την άνοιξη όταν ο καιρός χαρακτηρίζεται από συχνές απογευματινές μπόρες και βέβαια τα φύλλα είναι ακόμη τρυφερά. Όταν οι καιρικές συνθήκες ευνοούν την έκρηξη επιδημίας τότε οι παραγωγοί συνιστάται να ραντίζουν 1-2 φορές με κατάλληλα μυκητοκτόνα από τα μέσα Μαϊου μέχρι τα μέσα Ιουνίου ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή, το υψόμετρο και την έκθεση. Η ασθένεια προκαλεί μόνον απώλεια φυλλώματος και παραγωγής και δεν νεκρώνει δένδρα.
Τελευταία, το σημαντικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η καστανοκαλλιέργεια ονομάζεται φαιά σήψη του κάστανου. Αυτή άρχισε να ανησυχεί τη χώρα μας αλλά και όλες τις καστανοπαραγωγές Ευρωπαϊκές χώρες τα τελευταία 10 περίπου χρόνια. Κατά την περίοδο συλλογής του καρπού, ο μύκητας Gnomoniopsis castaneae που προκαλεί το πρόβλημα, βρίσκεται ήδη μέσα στα κάστανα και μετασυλλεκτικά επεκτείνεται αλλοιώνοντας την ψύχα. Ο εντοπισμός των καρπών με το πρόβλημα δεν μπορεί να γίνει από την εξωτερική εμφάνισή τους με αποτέλεσμα να είναι αδύνατος ο διαχωρισμός τους. Ο μύκητας ήταν γνωστός ως ενδοφυτικός. Το γεγονός ότι έχει μετατραπεί σε καταστρεπτικό παθογόνο οφείλεται κατά Ιταλούς ερευνητές στην κλιματική αλλαγή. Η επιστήμη για μια ακόμη φορά έδωσε τη λύση. Έτσι, προγραμματίζεται η σύνταξη πρωτοκόλλου καταπολέμησης που από την επόμενη καλλιεργητική περίοδο 2023 θα μπορούν να εφαρμόζουν οι παραγωγοί ώστε να εξαληφθεί το πρόβλημα. Το πρωτόκολλο θα προβλέπει τη χρήση διασυστηματικών μυκητοκτόνων με δραστική ουσία Tebuconazole (με ράντισμα της κόμης των δένδρων) ή την έγχυση υπερφωσφορώδους ψευδαργύρου (Zinc phosphite) με ειδικές σύριγγες.
Η σφήκα της καστανιάς Dryocosmus kuriphilus αποτελεί εισβλητικό έντομο που εισήχθη στην Ιταλία από την Άπω Ανατολή το 2001. Σε διάστημα 15 ετών επεκτάθηκε σε όλες τις καστανοπαραγωγές χώρες της Ευρώπης και την Τουρκία. Η είσοδος του εντόμου στην Ελλάδα διαπιστώθηκε το 2014 στην Πιερία. Η σφήκα πολλαπλασιάζεται παρθενογενετικά δίχως δηλ. την ύπαρξη αρσενικών ατόμων. Το έντομο ωοτοκεί στους οφθαλμούς της καστανιάς τον Ιούνιο-Ιούλιο. Τα ωά εκκολάπτονται σε 30-40 ημέρες και οι νεαρές λάρβες διαχειμάζουν μέσα στους οφθαλμούς. Τον Απρίλιο, με την έναρξη της αυξητικής περιόδου, οι οφθαλμοί δεν εκπτύσσονται, δεν παράγονται δηλ. βλαστοί, φύλλα, άνθη και καρποί, αλλά διογκώνονται με υπερπλασία σε μέγεθος ρεβιθιού και σχηματίζουν τις κηκίδες. Μέσα σε αυτές οι λάρβες αναπτύσσονται, ενηλικιώνονται και μεταμορφώνονται σε ακμαία έντομα τα οποία εξέρχονται τον Ιούνιο για να επαναλάβουν τον βιολογικό τους κύκλο. Η παραγωγή κάστανου μειώνεται, τα δένδρα δεν αυξάνονται καθ’ ύψος και διαδοχικές προσβολές μπορεί να προκαλέσουν ακόμη και νεκρώσεις των δένδρων. Περισσότερο ευαίσθητα είναι τα δένδρα πρεμνοφυών δασών τα οποία διαθέτουν μικρό όγκο φυλλώματος. Ο πληθυσμός της σφήκας ελέγχεται με το παρασιτοειδές (ωφέλιμο) έντομο Torymus sinencis το οποίο επίσης εισήχθη από την Άπω Ανατολή. Το ωφέλιμο έντομο προμηθεύεται η χώρα μας από την Ιταλία και εξαπολύεται τον Απρίλιο. Η πρώτη εξαπόλυση εντόμων έγινε το 2018 και συνεχίζεται σε περιοχές υψηλού κινδύνου ή εκεί όπου καταγράφεται νέα εμφάνιση της σφήκας.
Τέλος αναφέρονται τα καρποφάγα έντομα του κάστανου γνωστά με το όνομα καρπόκαψα και ο Βαλανίσκος. Αυτά είναι τα Λεπιδόπτερα Pammene fasciana, Laspeyresia splendana και Laspeyresia fagiglandana και το σκαθάρι Curculio elephas που για χρόνια ταλαιπωρούν τους παραγωγούς μας. Μέχρι τώρα η κύρια καταπολέμηση συνίσταται σε ραντίσματα με εντομοκτόνα που πραγματοποιούνται τον Ιούλιο για την καρπόκαψα και τον Αύγουστο για τον Βαλανίσκο. Πρόσφατη έρευνα όμως προτείνει νέα μέθοδο, φιλική στο περιβάλλον, που θα είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί ίσως και μέσα στο 2023, με κορδόνι εμποτισμένο σε φερομονικές ουσίες. Τεμάχια του κορδονιού θα δένονται σε δένδρα σε πυκνότητα 2-4/στρέμ. τα οποία θα αποπροσανατολίζουν τα αρσενικά έντομα με αποτέλεσμα μειωμένη γονιμοποίηση και έλεγχο του πληθυσμού των επιβλαβών εντόμων.
Η μέχρι τώρα εμπειρία δείχνει ότι όλα τα παραπάνω προβλήματα από ασθένειες και έντομα είναι παρωδικά. Οι παραγωγοί μας πρέπει να έχουν εμπιστοσύνη στην Eλληνική και διεθνή έρευνα η οποία γρήγορα επιστρατεύει τα αντανακλαστικά της και βρίσκει λύσεις. Και καθώς η καστανιά αποτελεί δασικό δένδρο με δενδροκομικά και δασικά χαρακτηριστικά και καταλαμβάνει μεγάλες ορεινές εκτάσεις, η αντιμετώπιση γίνεται πάντα με γνώμονα και μεθόδους βιολογικές.
Η είσοδος της σφήκας στην Ιταλία το 2001 και η επέκτασή της τα επόμενα χρόνια είχε σαν συνέπεια τη σημαντική μείωση της Ιταλικής εθνικής παραγωγής κάστανου. Καθώς οι Ιταλοί μεταποιούν το κάστανο σε σειρά προϊόντων (καστανάλευρο-farina, αρτοσκευάσματα, ζυμαρικά, πουρέ και κρέμα κάστανου, μπύρα και ηδύποτα, marron glaces κ.ά.) και έπρεπε να τροφοδοτήσουν τη βιομηχανία τους με πρώτη ύλη, άρχισαν μαζικές εισαγωγές από την Πορτογαλία, Ελλάδα και Τουρκία. Έτσι ξαφνικά η χώρα μας έγινε εξαγωγική. Οι τιμές παραγωγού σχεδόν διπλασιάστηκαν με άμεση συνέπεια την ενθάρρυνση παραγωγών να επανακαλλιεργήσουν εγκαταλειμμένους καστανεώνες σε ορεινές περιοχές και να εγκαταστήσουν νέους.
Όπως σημειώνει ο κ. Στ. Διαμαντής, η καλλιέργεια της καστανιάς στην Ελλάδα γνωρίζει άνθιση παρά τα κατά καιρούς παρωδικά προβλήματα. Οι συνθήκες όμως αλλάζουν. Η υγεία των Ιταλικών καστανεώνων βελτιώνεται και οι Ελληνικές εξαγωγές θα ελαττωθούν. Η τιμή του κάστανου θα επιστρέψει στα παλιά, χαμηλότερα επίπεδα. Οι παραγωγοί μας θα πρέπει να εκσυγχρονίσουν τις μεθόδους καλλιέργειας, να σταματήσουν τις μη αναγκαίες επεμβάσεις και να μειώσουν τελικά το κόστος παραγωγής ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικοί όχι μόνον στην Ελληνική αλλά και στη διεθνή αγορά.
Κατερίνα Λαδοπούλου




