ΑρχικήΚτηνοτροφίαΓ. Συμεών: Εκτροφή μονογαστρικών ζώων

Γ. Συμεών: Εκτροφή μονογαστρικών ζώων

Γράφει ο δρ. Γεώργιος Κ. Συμεών, εντεταλμένος ερευνητής στο Ινστιτούτο Επιστήμης Ζωικής Παραγωγής, στη Γενική Διεύθυνση Αγροτικής Έρευνας του Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού (ΕΛ.Γ.Ο.) «Δήμητρα»

«Μονογαστρικά» ονομάζονται τα ζώα που διαθέτουν ένα στομάχι στο πεπτικό τους σύστημα και χαρακτηρίζονται από παμφάγες διατροφικές συνήθειες, με την εξαίρεση των κουνελιών που ανήκουν στα φυτοφάγα μονογαστρικά.

Οι δύο κυριότεροι αντιπρόσωποι αυτής της κατηγορίας των ζώων είναι τα κοτόπουλα και οι χοίροι, τα οποία κυριαρχούν στην παγκόσμια παραγωγή κρέατος με 140 και 120 εκατ. τόνους παγκόσμιας παραγωγής, αντίστοιχα. Πράγματι, ο μέσος Ευρωπαίος καταναλώνει κατά μέσο όρο 35 κιλά χοιρινού και 26 κιλά κοτόπουλου ετησίως, ενώ η αντίστοιχη κατανάλωση μοσχαρίσιου κρέατος είναι μόνο 14 κιλά ετησίως ανά άτομο.

Από παραγωγική σκοπιά, οι εκτροφές των δύο αυτών ειδών ζώων είναι σε μεγάλο βαθμό βιομηχανοποιημένες και επιτυγχάνουν υψηλές αποδόσεις, έχοντας σχετικά μικρό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

Κρεοπαραγωγική πτηνοτροφία

Στις συμβατικές εκτροφές κοτόπουλων για παραγωγή κρέατος χρησιμοποιούνται αποκλειστικά υβρίδια από διασταυρώσεις καθαρών φυλών, τα οποία επιτυγχάνουν το εμπορεύσιμο καθαρό βάρος των 1,8 κιλών σε μόλις 42 ημέρες από την εκκόλαψη. Για να το πετύχουν αυτό, το σιτηρέσιό τους αποτελείται κατά κύριο λόγο από δημητριακά (καλαμπόκι και σιτάρι), σογιάλευρο, ιχνοστοιχεία και βιταμίνες. Περνούν όλη τη σύντομη ζωή τους σε κλειστούς θαλάμους εκτροφής, στους οποίους η παροχή τροφής και νερού είναι αυτοματοποιημένη. Οι θάλαμοι αυτοί διαθέτουν επίσης συστήματα ρύθμισης της θερμοκρασίας και του αερισμού, ώστε να επιτυγχάνεται το βέλτιστο μικροκλίμα για την ανάπτυξη των πτηνών.

Η κυρίαρχη μορφή της παραγωγής στην κρεοπαραγωγική πτηνοτροφία είναι η συμβολαιακή. Ο παραγωγός υπογράφει συμβόλαιο με μία μεγάλη εταιρεία του κλάδου, η οποία του παρέχει τους νεοσσούς, την τροφή, τις κάθε είδους κτηνιατρικές αγωγές και την τεχνική υποστήριξη (από κτηνίατρο και γεωπόνο), και στο τέλος της εκτροφής απορροφά πλήρως την παραγωγή.

Η συμβολή του παραγωγού σε αυτόν τον τύπο παραγωγής είναι το κτίριο και ο εξοπλισμός του, οι δαπάνες ενέργειας – ύδρευσης (ηλεκτρικό ρεύμα, θέρμανση και νερό), καθώς και η καθημερινή εργασία φροντίδας των ζώων. Η τιμή πώλησης δεν είναι σταθερή αλλά εξαρτάται κυρίως από τους παραγωγικούς δείκτες που επιτυγχάνει ο παραγωγός (βάρος πτηνών, κατανάλωση τροφής, θνησιμότητα).

Η ενασχόληση με την κρεοπαραγωγική πτηνοτροφία δεν είναι μία ιδιαίτερα κοπιώδης δουλειά, τουλάχιστον σε σύγκριση με άλλους κλάδους της κτηνοτροφίας. Απαιτεί βεβαίως καθημερινή απασχόληση και δέσμευση, καθώς και αρκετά υψηλό επίπεδο τεχνογνωσίας, τόσο σε ζωοτεχνικό όσο και σε μηχανολογικό επίπεδο.

Επίσης απαιτείται ένα αρκετά υψηλό αρχικό κεφάλαιο επένδυσης, διότι η κατασκευή ενός θαλάμου εκτροφής δυναμικότητας 15.000 πτηνών, που θεωρείται το ελάχιστο όριο εκτροφής ώστε να είναι αποδοτική, κοστίζει περίπου 200.000 ευρώ. Από την άλλη πλευρά, ο παραγωγός δεν έχει το άγχος διάθεσης του προϊόντος, αν και πάντα υπάρχουν παράπονα για τις τιμές διάθεσης.

Παραγωγή αβγών

Η αβγοπαραγωγή είναι η δεύτερη μεγάλη κατεύθυνση της πτηνοτροφίας, με σκοπό την παραγωγή αβγών κατανάλωσης και βιομηχανίας. Οι όρνιθες αβγοπαραγωγής είναι και αυτές υβρίδια, με ετήσια παραγωγή περίπου 300 αβγά. Ξεκινούν την ωοτοκία σε ηλικία περίπου 20 εβδομάδων, και η παραγωγική τους ζωή διαρκεί περίπου ένα έτος. Η εκτροφή πραγματοποιείται σε κλειστούς θαλάμους, αλλά οι όρνιθες μπορούν να διατηρούνται είτε σε κλωβούς (αβγά κλωβοστοιχίας) είτε στο δάπεδο (αβγά αχυρώνα).

Το σιτηρέσιό τους αποτελείται –όπως και στην εκτροφή κοτόπουλων για παραγωγή κρέατος– κατά κύριο λόγο από δημητριακά, σογιάλευρο, ιχνοστοιχεία και βιταμίνες. Η παροχή τροφής και νερού, όπως και η ρύθμιση του μικροκλίματος, είναι αυτοματοποιημένη. Η εκτροφή αυτή αφορά μόνο θηλυκά πτηνά, καθώς η παρουσία των αρσενικών δεν είναι απαραίτητη για την παραγωγή αβγών.

Η αβγοπαραγωγή μπορεί να λειτουργεί με συμβολαιακή μορφή παραγωγής αλλά και ελεύθερα. Υπάρχουν στον κλάδο αρκετοί παραγωγοί που διαθέτουν μόνοι τους το προϊόν, κυρίως σε επίπεδο νομού ή/και περιφέρειας. Σε αυτό συμβάλλει κυρίως η ευκολία συντήρησης και διακίνησης του αβγού, που δεν απαιτεί ιδιαίτερο εξοπλισμό σε σχέση με το σφάγιο.

Τα κόστη εγκατάστασης μίας νέας μονάδας είναι και εδώ αρκετά υψηλά, και στην περίπτωση της ελεύθερης παραγωγής θα πρέπει να συνυπολογιστεί το απαραίτητο κεφάλαιο κίνησης για την αγορά νεοσσών, ζωοτροφών και κτηνιατρικών σκευασμάτων.

Εκτροφή χοίρων

Η εκτροφή των χοίρων χωρίζεται σε δύο φάσεις: την αναπαραγωγή και την πάχυνση. Η πρώτη φάση της αναπαραγωγής περιλαμβάνει τη γονιμοποίηση της χοιρομητέρας (είτε με τη χρήση κάπρου είτε με τεχνητή σπερματέγχυση), την κυοφορία (που διαρκεί 114-116 ημέρες), τον τοκετό και τον απογαλακτισμό.

Κάθε χοιρομητέρα γεννά κατά μέσο όρο 10-12 χοιρίδια, ενώ οι ελληνικές εκτροφές επιτυγχάνουν περίπου 2,5 τοκετούς ανά έτος. Τα χοιρίδια, αφού περάσουν το στάδιο του θηλασμού, που διαρκεί περίπου 1 μήνα, θα περάσουν στις φάσεις της προπάχυνσης και πάχυνσης, κατά τις οποίες μπορούν να επιτύχουν ρυθμούς ανάπτυξης έως και 800 – 900 γραμμάρια ανά ημέρα. Τελικά θα οδηγηθούν στη σφαγή μετά από 20 με 24 εβδομάδες με ένα μέσο βάρος 100 κιλών, έχοντας καταναλώσει περίπου 2,5 με 3 κιλά τροφής ανά κιλό κρέατος.

Η εκτροφή των χοίρων πραγματοποιείται σε κλειστούς ή ημιανοιχτούς θαλάμους, χωρίς το επίπεδο της αυτοματοποίησης που συναντούμε στην πτηνοτροφία. Παρ’ όλα αυτά, το κόστος εγκατάστασης μίας νέας μονάδας είναι και εδώ σημαντικό, όπως και το κόστος αγοράς των ζώων, καθώς πρόκειται για καθαρές φυλές που έρχονται από το εξωτερικό.

Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μία πλήρης μονάδα συμπεριλαμβάνει δύο με τρία κτίρια (κτίριο αναπαραγωγής, πάχυνσης και ίσως προπάχυνσης), όπως και τις απαραίτητες εγκαταστάσεις δημιουργίας και αποθήκευσης των σιτηρεσίων. Τέλος, σημαντικό είναι και το κόστος σφαγής, διότι απαιτούνται πιστοποιημένα σφαγεία, όπως και το κόστος διακίνησης του τελικού προϊόντος.

Προκλήσεις

Ο κλάδος της εκτροφής μονογαστρικών ζώων έχει πληγεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, από τη σημαντική αύξηση των τιμών των ζωοτροφών –καθώς πρόκειται στις περισσότερες περιπτώσεις για εισαγόμενες ζωοτροφές και κυρίως για σόγια– και της ενέργειας.

Σημαντικό ρόλο επίσης στη μείωση της ζήτησης έπαιξαν και τα διάφορα διατροφικά ή υγειονομικά γεγονότα, όπως η γρίπη των πτηνών και οι διοξίνες, αν και –όπως αποδείχτηκε– αυτή η πτώση ήταν παροδική.

Παρ’ όλα αυτά, η πτηνοτροφική παραγωγή φαίνεται να πετυχαίνει το εμπορικό στοίχημα καθώς βαίνει αυξανόμενη, καλύπτοντας τις ανάγκες της χώρας σε ποσοστό άνω του 90%.

Αντίθετα, η ελληνική χοιροτροφία έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθώς είναι ανήμπορη να ανταγωνιστεί τις χαμηλές τιμές του εισαγόμενου χοιρινού, καλύπτει μετά βίας ένα 20-30% της εγχώριας ζήτησης και μαστίζεται από ένα πλήθος γραφειοκρατικών και δομικών δυσλειτουργιών.

Η στήριξη του κλάδου είναι στο χέρι της πολιτείας, και σίγουρα θα έπρεπε να γίνουν μεγάλα βήματα ώστε το προϊόν-σύμβολο του ελληνικού τουρισμού, ο χοιρινός γύρος, να είναι τουλάχιστον ελληνικός.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Δημοφιλέστερα