Ο νέος πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Αμπέλου και Οίνου (ΕΔΟΑΟ) κ. Γιάννης Σκούτας, στη συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό «Agro.tec», μιλά μεταξύ άλλων για τις άμεσες προτεραιότητες του κλάδου, για την ανάγκη ενίσχυσης του brand «Wines of Greece», καθώς και για τις προοπτικές περιφερειακής ανάπτυξης που δημιουργεί ο οινοτουρισμός.
Συνέντευξη στην Κατερίνα Λαδοπούλου
– Αναλαμβάνετε τα ηνία του ελληνικού αμπελοοινικού κλάδου σε μια περίοδο έντονων προκλήσεων. Ποια είναι τα θέματα που έχετε σε προτεραιότητα στην ατζέντα σας για τους επόμενους μήνες, και ποιο είναι το μακροπρόθεσμο όραμά σας για την Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Αμπέλου και Οίνου (ΕΔΟΑΟ);
– Προτεραιότητά μας είναι η διατήρηση και η διάσωση του ελληνικού αμπελώνα. Αν και το ελληνικό κρασί τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχθεί σε όλα τα επίπεδα, παρουσιάζοντας εξαιρετικές οινικές προτάσεις στη διεθνή αγορά, εντούτοις ο Έλληνας αμπελουργός πιέζεται και ο ελληνικός αμπελώνας απειλείται με συρρίκνωση, εάν δεν ληφθούν δραστικά και άμεσα μέτρα.
Η οικονομική πίεση, η γήρανση του πληθυσμού, ακόμη και η αλλαγή του τρόπου ζωής, οδηγούν σε αποστελέχωση του πρωτογενούς τομέα. Η έλλειψη εργατικών χεριών και ιδίως εξειδικευμένων εργατών, η κλιματική αλλαγή, η μεταβολή των διατροφικών συνηθειών σε σημαντικό μέρος του πληθυσμού, αλλά και η ολοένα εντεινόμενη –αν και συχνά χωρίς επαρκή επιστημονική βάση– τάση υπέρ της μηδενικής κατανάλωσης αλκοόλ, επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο μια ήδη δύσκολη κατάσταση.
Ενόψει μάλιστα της διαμόρφωσης της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, απαιτείται –σε συνεργασία με το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων (ΥΠ.Α.Α.Τ.)– συνολικός σχεδιασμός του πρωτογενούς τομέα ανά κλάδο και προϊόν, με σαφείς προτεραιότητες, εργαλεία χρηματοδότησης και μακροπρόθεσμη στόχευση. Ο αμπελοοινικός τομέας δεν μπορεί να λειτουργεί αποσπασματικά και με ορίζοντα μόνο την επόμενη σοδειά.
Χρειάζεται επίσης προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, η οποία επηρεάζει την παραγωγή, το κόστος, ακόμη και τη γεωγραφία της αμπελουργίας.
Το όραμά μας για τη Διεπαγγελματική Οργάνωση Αμπέλου και Οίνου είναι να συμπεριλάβει ακόμη μεγαλύτερο μέρος του κλάδου. Σήμερα συμμετέχει στην οργάνωση περίπου το 31% της πρωτογενούς σταφυλικής παραγωγής και το 56% της μεταποίησης, ενώ στόχος πρέπει να είναι να εκπροσωπείται ει δυνατόν το σύνολο των ανθρώπων που δραστηριοποιούνται στον κλάδο.
Πιστεύω ότι αυτός είναι ο μόνος δρόμος για την ενδυνάμωση της φωνής του ελληνικού κρασιού, τόσο απέναντι στην πολιτεία όσο και διεθνώς. Η συλλογικότητα, οι συνεργασίες και η σύνθεση απόψεων δεν είναι ούτε εύκολα ούτε αυτονόητα στη χώρα μας, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι προϋπόθεση επιβίωσης και ανάπτυξης.
Δεν είναι τυχαία η δύσκολη κατάσταση του συνεταιριστικού κινήματος –από το οποίο και προέρχομαι– σε αντίθεση με πολλές άλλες χώρες της Ε.Ε. Η ύπαρξη ενός υγιούς και σύγχρονου συνεταιριστικού χώρου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη του κλάδου συνολικά, ακόμη και για την παράλληλη ανάπτυξη δυναμικών ιδιωτικών επιχειρήσεων.
– Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει πλέον δραματικά τις σοδειές, προκαλώντας προβλήματα ξηρασίας και ακραίων φαινομένων σε πολλούς ελληνικούς αμπελώνες. Πώς σχεδιάζει η Διεπαγγελματική Οργάνωση Αμπέλου και Οίνου να στηρίξει τους Έλληνες αμπελουργούς και ποια μέτρα προσαρμογής πρέπει να ληφθούν για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα της εγχώριας παραγωγής;
– Δυστυχώς, αυτό που αναφέρεται ως «κλιματική αλλαγή» δεν αποτελεί πια θεωρία αλλά μια δραματική πραγματικότητα και για την ελληνική αμπελουργία.
Από τη μία εκδηλώνεται μέσω ακραίων και καταστροφικών καιρικών φαινομένων, όπως είναι πλημμύρες, παγετοί, καύσωνες και χαλαζοπτώσεις· φαινόμενα τα οποία δεν είναι πλέον σπάνια, αλλά τείνουν να αποτελέσουν τη νέα κανονικότητα. Πριν λίγες ημέρες, άλλωστε, ζήσαμε τον καταστροφικό παγετό σε Νεμέα και Μαντίνεια, ενώ πρόσφατα είχαμε σοβαρές χαλαζοπτώσεις σε Κρήτη, Τύρναβο και άλλες περιοχές.
Από την άλλη –και ίσως αυτό να είναι ακόμη πιο ανησυχητικό– παρατηρούμε μια σταθερή κατ’ έτος μείωση των βροχοπτώσεων και παράλληλα μια συνεχή άνοδο της θερμοκρασίας, τόσο κατά τους θερινούς όσο και κατά τους χειμερινούς μήνες. Αυτό αλλάζει σταδιακά τα δεδομένα της παραγωγής, της ωρίμανσης και της ποιότητας.
Σε όλα αυτά το αμπέλι είναι απολύτως εκτεθειμένο, καθώς πρόκειται για μια υπαίθρια καλλιέργεια, από την οποία απουσιάζει εδώ και χρόνια ένας ολοκληρωμένος εθνικός σχεδιασμός προσαρμογής.
Τόσο η Διεπαγγελματική Οργάνωση Αμπέλου και Οίνου όσο και τα μέλη της, ο Σύνδεσμος Ελληνικού Οίνου (ΣΕΟ) και η Κεντρική Συνεταιριστική Ένωση Αμπελοοινικών Προϊόντων «ΚΕΟΣΟΕ», προσπαθούν να στηρίξουν τους Έλληνες αμπελουργούς, κυρίως μέσω συνεργασιών με πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα, ώστε να παραχθεί και να διαχυθεί νέα γνώση για την καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση των φαινομένων.
Χρειάζεται έρευνα για ανθεκτικότερες ποικιλίες και υποκείμενα, καλύτερη διαχείριση των υδάτινων πόρων, αξιοποίηση της τεχνολογίας και της γεωργίας ακριβείας, αλλά και εκπαίδευση των παραγωγών σε νέες καλλιεργητικές πρακτικές. Για όλα αυτά απαιτούνται σημαντικές υποδομές και επενδύσεις που μόνο με τη στήριξη της πολιτείας μπορούν να υλοποιηθούν.
Για παράδειγμα, κατά την τελευταία τριετία 2023 – 2025, οι χαμηλές βροχοπτώσεις και οι υψηλές θερμοκρασίες οδήγησαν σε πτώση παραγωγής άνω του 30% σε πολλές περιοχές της χώρας. Την ίδια περίοδο, δυσμενέστερες ακόμη συνθήκες στη Σικελία οδήγησαν σε πολύ μικρότερες απώλειες, ακριβώς επειδή υπήρχε υποδομή, σχεδιασμός και επάρκεια σε αρδευτικά έργα, λιμνοδεξαμενές και δίκτυα διαχείρισης νερού.
Η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή δεν είναι πλέον επιλογή· είναι όρος επιβίωσης για τον ελληνικό αμπελώνα.
– Το ελληνικό κρασί έχει κάνει άλματα ποιότητας, αλλά ο διεθνής ανταγωνισμός είναι τεράστιος. Ποια θα είναι η στρατηγική σας για την ενίσχυση του brand “Wines of Greece” στο εξωτερικό; Θα δώσετε βάρος στην περαιτέρω διείσδυση σε παραδοσιακές αγορές όπως είναι οι ΗΠΑ και η Γερμανία, ή θα αναζητήσετε ευκαιρίες σε νέες, αναδυόμενες αγορές;
– Είναι αλήθεια ότι, παρά τις δύσκολες συνθήκες, το ελληνικό κρασί τα τελευταία χρόνια έχει αναβαθμιστεί εντυπωσιακά, κάνοντας σημαντικά βήματα τόσο στην ποιότητα όσο και στο marketing και την εξωστρέφεια.
Ένα από τα βασικά έργα της Διεπαγγελματικής είναι η υλοποίηση προγραμμάτων προώθησης, τα οποία σταδιακά φαίνεται να αποδίδουν καρπούς, δίνοντας μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα αλλά και εμπορική αξία στο ελληνικό κρασί.
Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει δίλημμα μεταξύ παραδοσιακών και αναδυόμενων αγορών. Το ελληνικό κρασί πρέπει να βρίσκεται παντού. Πιστεύω όμως ότι το “Wines of Greece” πρέπει να ξεκινά πρώτα από το σπίτι μας. Από την εσωτερική αγορά, η οποία για την Ελλάδα, λόγω του ισχυρού τουριστικού της τομέα, αποτελεί ταυτόχρονα και ένα πολύ σημαντικό παράθυρο προς το εξωτερικό.
Οι επισκέπτες που γνωρίζουν ένα ελληνικό κρασί στις διακοπές τους, μπορούν να μετατραπούν σε πρεσβευτές του στις χώρες τους. Για αυτό έχει καθοριστική σημασία η σύνδεση του ελληνικού κρασιού με την ελληνική γαστρονομία, τον τουρισμό, τον πολιτισμό και την εμπειρία φιλοξενίας.
Ήδη ετοιμαζόμαστε για τη διενέργεια έρευνας αγοράς στο εσωτερικό, προκειμένου να διερευνήσουμε καλύτερα τη διάρθρωση, τις τάσεις, τις προτιμήσεις αλλά και τα προβλήματα της ελληνικής αγοράς οίνου.
Οι αγορές της Ε.Ε., αλλά και οι λοιπές παραδοσιακές αγορές όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και το Ηνωμένο Βασίλειο, αποτελούν ουσιαστικά το δεύτερο σπίτι μας. Πρόκειται για αγορές όπου υπάρχει εμπειρία, πρόσβαση, δίκτυα διανομής και σε αρκετές περιπτώσεις έντονο ελληνικό στοιχείο. Για αυτό υπάρχουν πάντα σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης.
Παράλληλα όμως, οι αναδυόμενες αγορές αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής. Εκεί υπάρχουν ευκαιρίες για νέες τοποθετήσεις του ελληνικού κρασιού, ιδιαίτερα σε καταναλωτές που αναζητούν αυθεντικότητα, γηγενείς ποικιλίες και προϊόντα με ισχυρή ταυτότητα και ιστορία.
Το μεγάλο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Ελλάδας δεν είναι ο όγκος παραγωγής. Είναι η μοναδικότητα. Οι γηγενείς ποικιλίες, το terroir, η ιστορία, ο πολιτισμός και η μεσογειακή διατροφή είναι στοιχεία που καμία άλλη χώρα δεν μπορεί να αντιγράψει.
– Η ΕΔΟΑΟ αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στα ιδιωτικά οινοποιεία (ΣΕΟ) και τις συνεταιριστικές οργανώσεις (ΚΕΟΣΟΕ). Πώς σκοπεύετε να διασφαλίσετε τη μέγιστη δυνατή συνοχή και συνεργασία μεταξύ όλων των φορέων; Επιπλέον, πώς μπορεί να αναβαθμιστεί ο ελληνικός οινοτουρισμός ώστε να αποτελέσει βασικό μοχλό ανάπτυξης για την περιφέρεια;
– Η συνοχή ενός κλάδου δεν είναι πάντα δεδομένη· απαιτεί διαρκή διάλογο, διαφάνεια και κοινή στόχευση. Μια από τις κατακτήσεις της Διεπαγγελματικής, η οποία πλησιάζει αισίως τα τριάντα χρόνια από την ίδρυσή της, είναι το γεγονός ότι έφερε κοντά ιδιώτες οινοποιούς, συνεταιρισμούς και αμπελουργούς. Κατόρθωσε να περιορίσει σε μεγάλο βαθμό την καχυποψία, να δημιουργήσει κουλτούρα συνεργασίας και να πετύχει μια ουσιαστική σύνθεση απόψεων.
Εκεί ακριβώς θεωρώ ότι βρίσκεται ο ρόλος της ΕΔΟΑΟ: να λειτουργεί ως χώρος σύνθεσης και όχι αντιπαράθεσης, με βασικό γνώμονα το συνολικό συμφέρον του ελληνικού αμπελοοινικού τομέα.
Άλλωστε, οι μεγάλες προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας –η κλιματική αλλαγή, η πίεση στον πρωτογενή τομέα, ο διεθνής ανταγωνισμός– δεν κάνουν διακρίσεις ανάμεσα σε ιδιώτες και συνεταιρισμούς· μας αφορούν όλους.
Όσο για τον οινοτουρισμό, θεωρώ ότι ζούμε πραγματικά μια περίοδο άνθησης. Ίσως μια αιτία να είναι τα προβλήματα και η αστάθεια στη παραγωγή, που ώθησαν πολλά οινοποιεία να αναζητήσουν λύσεις για τη βιωσιμότητά τους. Ίσως επίσης να είναι και η είσοδος πολλών νέων και καταρτισμένων ανθρώπων με εμπειρίες από το εξωτερικό. Σε κάθε περίπτωση, σήμερα υπάρχουν σε όλη τη χώρα πολύ αξιόλογες προτάσεις οινοτουρισμού, αρκετές από τις οποίες είναι πραγματικά εξαιρετικές.
Ο ελληνικός οινοτουρισμός έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε βασικό μοχλό ανάπτυξης όχι μόνο του κλάδου αλλά της περιφέρειας στο σύνολό της, γιατί συνδέει την παραγωγή με τη φιλοξενία, τη γαστρονομία, τον πολιτισμό και το τοπίο. Δημιουργεί εισόδημα, θέσεις εργασίας και υπεραξία που παραμένει στις τοπικές κοινωνίες.
Η Εθνική Επιτροπή Οινοτουρισμού, η οποία λειτουργεί στα πλαίσια της ΕΔΟΑΟ, έχει ήδη διαδραματίσει σημαντικότατο ρόλο και συνεχίζει να το κάνει.
Από εδώ και πέρα, ζητούμενο είναι η ακόμη καλύτερη οργάνωση, η πιστοποίηση υπηρεσιών, η εκπαίδευση, η σύνδεση με τις τοπικές τουριστικές δομές, καθώς επίσης η δημιουργία ενός ισχυρού και ενιαίου αφηγήματος για τον ελληνικό αμπελώνα ως εμπειρία και όχι μόνο ως προϊόν.



