ΑρχικήΣυνεντεύξειςΚώστας Ζούκας: Ζυγίζοντας τη συμφωνία με τη Mercosur

Κώστας Ζούκας: Ζυγίζοντας τη συμφωνία με τη Mercosur

Η συμφωνία με τη Mercosur (αρκτικόλεξο της οικονομικής ένωσης των χωρών της Λατινικής Αμερικής «Mercado Comun del Sur» [«Κοινή Αγορά του Νότου»]), έδειξε για μία ακόμη φορά την αδυναμία της Ευρώπης να λειτουργήσει ως ουσιαστική ένωση για τα κράτη-μέλη της.

Οι έντονες αντιδράσεις του αγροτικού κόσμου στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με την κατανόηση του κινδύνου που ελλόχευε για πολλά ευρωπαϊκά αγροτικά προϊόντα από την κύρωση της συμφωνίας, οδήγησαν τελικά στην αναβολή της εφαρμογής της και στην παραπομπή της προς έλεγχο στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Το ερώτημα που παραμένει, ωστόσο, είναι το εξής: Γιατί έπρεπε να φτάσει ο χρόνος στο παρά πέντε για να αντιληφθούν οι ιθύνοντες την αδυναμία μιας τέτοιας συμφωνίας; Το γεγονός αυτό αναδεικνύει ένα βαθύτερο και διαχρονικό πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης: την απόσταση μεταξύ των κέντρων λήψης αποφάσεων και της πραγματικής οικονομίας.

Η Ευρώπη μπορεί να επενδύει στρατηγικά στη βιομηχανία και στο εμπόριο, αλλά χωρίς επαρκή και ασφαλή παραγωγή τροφίμων, τίθεται σε κίνδυνο η ίδια της η διατροφική επάρκεια και αυτάρκεια. Και όταν μία ήπειρος δεν μπορεί να τραφεί, καθίσταται εκ των πραγμάτων ευάλωτη και εξαρτημένη.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρώπη των γραφειοκρατών –όπως εξελίσσεται σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση– χωρίς ηγέτες και οραματιστές, αλλά με ισχυρούς, κυκλοθυμικούς και εν δυνάμει επικίνδυνους ηγέτες στα σύνορά της, κινδυνεύει να οδηγηθεί στο απευκταίο: τη διάλυσή της. Και αυτό, όχι από έλλειψη οικονομικής ισχύος, αλλά από αδυναμία να προστατεύσει τα μέλη της στα πιο θεμελιώδη ζητήματα, όπως είναι η διατροφή.

Ένα από τα προϊόντα που θα θίγονταν άμεσα από την εφαρμογή της συμφωνίας ήταν η επιτραπέζια ελιά. Γιατί όμως; Μιλήσαμε με τον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ένωσης Μεταποιητών – Τυποποιητών – Εξαγωγέων Επιτραπέζιων Ελιών «ΠΕΜΕΤΕ» κ. Κώστα Ζούκα, ο οποίος μας εξήγησε τα παρασκήνια και τις συζήτησης που οδήγησαν τελικά στην αναβολή της εφαρμογής της εμπορικής συμφωνίας με τη Mercosur, την οικονομική ένωση των χωρών της Λατινικής Αμερικής.

Συνέντευξη στην Κατερίνα Λαδοπούλου

– Γιατί δημιουργήθηκε τόση αναστάτωση στον αγροτικό κόσμο από την παραλίγο εφαρμογή της συμφωνίας με τη Mercosur;

– Σε ό,τι αφορά τη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Mercosur, η οποία συζητείται εδώ και 25 χρόνια, είναι σαφές ότι δεν πρόκειται για μια εξέλιξη της τελευταίας στιγμής. Ωστόσο, επιταχυντικό ρόλο στις πρόσφατες εξελίξεις και στην προσπάθεια οριστικοποίησής της φαίνεται να διαδραμάτισε ο εμπορικός πόλεμος που έχει δεχθεί η Ευρώπη το τελευταίο διάστημα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και οι συνεχώς μεταβαλλόμενες θέσεις του προέδρου Τραμπ στο διεθνές εμπόριο.

Η αγορά των χωρών της Mercosur, η οποία σήμερα αριθμεί περίπου 300 εκατομμύρια καταναλωτές, συνιστά μια σημαντική διέξοδο για τα ευρωπαϊκά προϊόντα, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία οι εμπορικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζουν σημάδια κρίσης.

Υπό αυτή την έννοια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εύλογα επιδιώκει την ολοκλήρωση της συγκεκριμένης συμφωνίας. Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, εντοπίζεται στη διάρθρωση του εμπορικού ισοζυγίου μεταξύ των δύο εμπορικών ζωνών. Μια προσεκτική ανάγνωση δείχνει ότι η συμφωνία ευνοεί δυσανάλογα τον βιομηχανικό τομέα, ο οποίος εμφανίζεται ως ο βασικός ωφελημένος, ενώ ο πρωτογενής τομέας πλήττεται και μένει ουσιαστικά εκτεθειμένος.

Για το λόγο αυτό, δεν είμαστε υπέρ της ακύρωσης της συμφωνίας με τη Mercosur, αλλά υπέρ της διαμόρφωσης συγκεκριμένων προϋποθέσεων εξισορρόπησης, όπως είναι η δέσμευση πόρων από το βιομηχανικό τομέα και η διοχέτευσή τους προς τον πρωτογενή τομέα ως αντισταθμιστικού οφέλους, ώστε να διασφαλιστεί μια δικαιότερη κατανομή των ωφελειών.

– Τι συνέβη με την επιτραπέζια ελιά και γιατί οδηγηθήκατε στην αποστολή ανακοίνωσης ενάντια στην εφαρμογή της συμφωνίας, σε συνεννόηση με την Ιταλία και την Ισπανία;

– Όσον αφορά το δικό μας προϊόν, το οποίο έχει σαφή εξαγωγικό χαρακτήρα, διαπιστώνουμε ένα σοβαρό θεσμικό ατόπημα από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ενώ πρόκειται για μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, γεγονός που κατ’ αρχήν σημαίνει άρση των δασμών, στην περίπτωση της επιτραπέζιας ελιάς παρατηρούμε ότι αποτελεί ίσως το μοναδικό αγροδιατροφικό προϊόν για το οποίο δεν προβλέπεται καμία μείωση δασμών προς τις χώρες της Mercosur, στις οποίες εξάγουμε.

Θα πρέπει, μάλιστα, να ληφθεί υπόψη ότι, λόγω του έντονου εξαγωγικού χαρακτήρα της επιτραπέζιας ελιάς, περίπου το 90% της εγχώριας παραγωγής κατευθύνεται στις διεθνείς αγορές. Δεν είναι τυχαίο ότι η αγορά της Βραζιλίας –μιας χώρας περίπου 200 εκατομμυρίων κατοίκων, με κατανάλωση που αγγίζει τους 120.000 τόνους ετησίως– συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες καταναλώτριες επιτραπέζιας ελιάς παγκοσμίως. Αποτελούσε, συνεπώς, έναν στρατηγικό στόχο και για εμάς.

Προσδοκούσαμε την ένταξη μιας τέτοιας αγοράς στη ζώνη ελεύθερου εμπορίου, καθώς αυτό δεν θα σήμαινε μόνο την κατάργηση των δασμών, αλλά και την άρση των γραφειοκρατικών αγκυλώσεων που εξακολουθούν να υφίστανται. Ωστόσο, παρά τις προσδοκίες αυτές, προέκυψε αυτή η εξέλιξη αιφνιδίως και χωρίς καμία προηγούμενη ενημέρωση ή ουσιαστική διαβούλευση –όχι μόνο με εμάς, αλλά και με το ίδιο το αρμόδιο Υπουργείο.

Πρόκειται για μια απολύτως ασύμμετρη ρύθμιση, καθώς προβλέπεται μείωση των δασμών για τις εισαγωγές από τις χώρες της Νότιας Αμερικής, αλλά όχι για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές. Ως εκ τούτου, μιλάμε ξεκάθαρα για μια ετεροβαρή συμφωνία, η οποία δεν μπορεί να παραμείνει ως έχει.

– Γιατί το έκανε αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση; Υπάρχει λόγος;

– Έχουμε μια καλή και σταθερή συνεργασία με τους συναδέλφους τόσο από την Ισπανία όσο και από την Ιταλία. Οι τρεις ενώσεις –η ΠΕΜΕΤΕ από την Ελλάδα, η ASEMESA από την Ισπανία και η ASSOM από την Ιταλία– βρισκόμαστε σε διαρκή επικοινωνία, προσπαθώντας να βρούμε απαντήσεις.

Δεν υπήρξε καμία επίσημη ενημέρωση, ούτε μας δόθηκε κάποια αιτιολόγηση ή επιχειρηματολογία για αυτή την εξέλιξη. Παρασκηνιακά, ωστόσο, πληροφορηθήκαμε ότι ήταν επιθυμία από την πλευρά της Αργεντινής, μιας ελαιοπαραγωγού χώρας που παράγει μια καθόλου ευκαταφρόνητη ποσότητα ελιών, της τάξης των 80.000 έως 100.000 τόνων ετησίως. Η Αργεντινή θεώρησε το συγκεκριμένο προϊόν «ευαίσθητο» και απαίτησε να μην προχωρήσει η μείωση των δασμών για τις ποσότητες επιτραπέζιας ελιάς που εισάγονται στη Mercosur.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο, δεν είχε κανέναν ουσιαστικό λόγο να αποδεχθεί μια τέτοια απαίτηση και, σε κάθε περίπτωση, όφειλε να ενημερώσει εγκαίρως τόσο τις εμπλεκόμενες χώρες όσο και τους αρμόδιους φορείς που εκπροσωπούν τον κλάδο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη.

Για τον λόγο αυτό αντιδράσαμε με τον τρόπο που κρίναμε αναγκαίο: Εκδώσαμε ανακοίνωση, η οποία στάλθηκε σε όλα τα μέσα ενημέρωσης, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε επίπεδο Βρυξελλών, ενώ παράλληλα προετοιμάζαμε και σχετική επιστολή προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Επίτροπο Γεωργίας. Τελικά μας πρόλαβε η απόφαση που ελήφθη.

– Εκτιμάτε ότι θα αλλάξει η συμφωνία;

– Σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπως αποδείχθηκε –έστω και με οριακή πλειοψηφία– το κλίμα απέναντι στη συμφωνία είναι αρνητικό. Συνεπώς, ανεξαρτήτως του τι θα αποφανθεί το Δικαστήριο που θα εξετάσει τη νομιμότητα της υπόθεσης, εάν η συμφωνία ερχόταν προς κύρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το Μάρτιο, η ψήφος θα ήταν αρνητική.

Θεωρώ, ωστόσο, ότι δεν βρισκόμαστε εδώ για να δαιμονοποιήσουμε τη συγκεκριμένη συμφωνία. Αντιθέτως, τη θεωρούμε θεμιτή, ιδίως υπό το πρίσμα των γεωπολιτικών συνθηκών που διαμορφώνονται παγκοσμίως. Μέσω αυτής, και η Ευρωπαϊκή Ένωση ενισχύει το διαπραγματευτικό της ρόλο στο διεθνές γεωπολιτικό «παζάρι».

Εκτιμώ όμως ότι η συμφωνία θα πρέπει να αναθεωρηθεί σε επιμέρους σημεία, ώστε να επιτευχθεί μια ουσιαστική ισορροπία. Δεν είναι αποδεκτό ο πρωτογενής τομέας να είναι ο μοναδικός θιγμένος· απαιτείται μια δίκαιη κατανομή των ωφελειών σε όλους τους παραγωγικούς κλάδους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

– Σας προβληματίζουν αυτές οι εξελίξεις για το μέλλον του πρωτογενούς τομέα; Ποιες θα είναι οι επόμενες κινήσεις της ΠΕΜΕΤΕ;

– Τα τελευταία χρόνια βιώνουμε μια πραγματική χιονοστιβάδα εξελίξεων, οι οποίες σε προηγούμενες περιόδους θα απαιτούσαν δεκαετίες για να εκδηλωθούν. Σήμερα, όμως, μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, ζητήματα ενέργειας, εμπορικοί πόλεμοι με δασμούς –όπως αυτοί που έχει εξαγγείλει ο πρόεδρος Τραμπ– καθώς και η κλιματική αλλαγή, συνθέτουν ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας.

Η επιτραπέζια ελιά έχει ακολουθήσει μέχρι σήμερα μια ιδιαίτερα δυναμική πορεία: Αποτελεί το πρώτο σε εξαγωγές αγροτικό προϊόν της χώρας μας, και την τελευταία δεκαετία έχει καταφέρει να υπερδιπλασιάσει τις εξαγωγές του. Ωστόσο, οι καλές αυτές επιδόσεις δεν εγγυώνται από μόνες τους ότι η αναπτυξιακή δυναμική θα συνεχιστεί με την ίδια ένταση στο μέλλον.

Τα αιτήματά μας, τα οποία έχουμε ήδη διατυπώσει και σε επίπεδο Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σχετίζονται με τη συνολική και βιώσιμη ανάπτυξη του κλάδου. Έχουμε ζητήσει, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία ενός μητρώου, ώστε οι συσκευαστές επιτραπέζιας ελιάς να λειτουργούν με πιο οργανωμένο και διαφανή τρόπο.

Παράλληλα, τα ενεργειακά ζητήματα αποτελούν έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα, καθώς τα τελευταία χρόνια βιώνουμε μια ραγδαία αύξηση του κόστους παραγωγής, λόγω της εκτίναξης του ενεργειακού κόστους. Και σε αυτό το πεδίο θεωρούμε απαραίτητο να υπάρξουν στοχευμένες ρυθμίσεις και παρεμβάσεις από την πολιτεία.

Σε γενικότερο επίπεδο, θα θέλαμε το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο πρωτογενές σκέλος της παραγωγής και ειδικότερα στην καλλιέργεια της ελιάς. Πρόκειται για μια καλλιέργεια που εκτείνεται σε ολόκληρη τη γεωγραφική επικράτεια της χώρας, ενισχύει τον κοινωνικό ιστό των τοπικών οικονομιών, συμβάλλει ουσιαστικά στην περιφερειακή ανάπτυξη, και μπορεί να συγκρατήσει τους νέους στην ύπαιθρο.

Και, τελικά, η πρωτογενής παραγωγή μπορεί να αποτελέσει μέρος της απάντησης στο μείζον δημογραφικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε, τόσο ως χώρα όσο και ως δυτικές κοινωνίες συνολικά!

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Δημοφιλέστερα