Η μελισσοκομία αποτελεί μια πρωτογενή παραγωγή που πλήττεται από την κλιματική αλλαγή αλλά και από πολλά άλλα προβλήματα
Η κλιματική κρίση και τα ακραία καιρικά φαινόμενα –που έχουν πλήξει πολλές περιοχές της χώρας με πλημμύρες και πυρκαγιές– έχουν επηρεάσει και τους μελισσοκόμους, οι οποίοι μιλούν για μείωση στην παραγωγή μελιού το 2023 που μπορεί να ξεπερνά και το 70%.
Με τις πυρκαγιές σε Ρόδο, Έβρο και Εύβοια και με τις πλημμύρες στη Θεσσαλία να έχουν καταστρέψει δεκάδες χιλιάδες μελισσοσμήνη σε όλη τη χώρα, πολλοί μελισσοκόμοι ανησυχούν για αύξηση των κρουσμάτων ελληνοποιήσεων εισαγόμενου μελιού υποδεέστερης ποιότητας.
Στη Θεσσαλία οι απώλειες σε μελισσοσμήνη εκτιμάται ότι αγγίζουν τις 50.000, αναδεικνύοντας τον κίνδυνο της έλλειψης επικονιαστών για τις γεωργικές καλλιέργειες. Με βάση στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, μέχρι πριν από δύο χρόνια η μελισσοκομία αριθμούσε πάνω από 8.700 εκμεταλλεύσεις και 950.000 κυψέλες. Από αυτές, οι 760 εκμεταλλεύσεις ήταν στη Θεσσαλία και αφορούσαν 100.000 κυψέλες, με μερίδιο πάνω από 10% στην επικράτεια.
Για την ποσότητα μελιού που μπορεί να παράγει ένας μελισσοκόμος αλλά και για τον αναγκαίο εξοπλισμό που πρέπει να διαθέτει, μιλήσαμε με τον κ. Αντώνιο Τσαγκαράκη, επίκουρο καθηγητή Γεωργικής και Παραγωγικής Εντομολογίας του Εργαστηρίου Σηροτροφίας και Μελισσοκομίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Εξοπλισμός
Το βασικό εργαλείο ενός μελισσοκόμου είναι οι κυψέλες, οι οποίες μπορεί να είναι ξύλινες ή πλαστικές, ενώ στην Ελλάδα χρησιμοποιούνται κυρίως ξύλινες κυψέλες.
Πέραν των κυψελών, ο μελισσοκόμος χρησιμοποιεί και ειδικό μικροεξοπλισμό: Για την επιθεώρηση των μελισσιών του χρειάζεται να διαθέτει ειδική μελισσοκομική μάσκα, καθώς και κάποιο jacket ή μία ολόσωμη φόρμα για την προστασία του υπόλοιπου σώματος.
Ξέστρο και καπνιστήρι
Βασικό εργαλείο για την επιθεώρηση της κυψέλης είναι το ξέστρο, ενώ αναγκαίο είναι και το καπνιστήρι, το οποίο γεμίζει με καύσιμη ύλη που συνήθως είναι ξερές πευκοβελόνες. Πάνω από αυτές τοποθετείται χλωρή ύλη, από κυπαρίσσι και ιδανικά από δεντρολίβανο, για λόγους βελτίωσης της οσμής του καπνού αλλά και για την αποφυγή διαφυγής κάποιας σπίθας.
«Είναι αναγκαίο το καπνιστήριο που θα επιλεγεί να είναι πολύ καλής ποιότητας, τονίζει ο κ. Τσαγκαράκης. Υπάρχουν καπνιστήρια με ειδικά πλέγματα τα οποία προστατεύουν από τη διαφυγή της καύσιμης ύλης, ενώ στις μέρες μας κυκλοφορούν στην αγορά και ηλεκτρονικά καπνιστήρια, με τα οποία αποφεύγεται ο κίνδυνος εκδήλωσης πυρκαγιάς ακόμα και σε συνθήκες επικινδυνότητας κατηγορίας 4».
Ο καπνός που προέρχεται από το καπνιστήρι ουσιαστικά ζαλίζει τις μέλισσες, κι έτσι ο μελισσοκόμος μπορεί να ελέγξει πιο εύκολα την κυψέλη και τα πλαίσια.
Όχημα και εργαστήριο
«Όσον αφορά τον υπόλοιπο εξοπλισμό, μας λέει ο κ. Τσαγκαράκης, ένας επαγγελματίας μελισσοκόμος πρέπει να διαθέτει ένα όχημα με το οποίο θα μεταφέρει τα μελίσσια του από και προς τα μέρη που θα τα τοποθετήσει. Επίσης είναι απαραίτητο να διαθέτει εργαστήριο για την απόληψη του μελιού και των υπόλοιπων μελισσοκομικών προϊόντων».
Για την απόληψη της γύρης χρησιμοποιούνται οι λεγόμενες γυρεοπαγίδες, που τοποθετούνται είτε μπροστά στην είσοδο της κυψέλης, είτε στον πυθμένα της. Για την απόληψη του μελιού απαραίτητος είναι ο πάγκος απολεπισμού, όπου γίνεται η εναπόθεση και απολέπιση των πλαισίων. Η διαδικασία αυτή είναι απαραίτητη, ώστε να αφαιρεθεί η κηρήθρα και να μπορέσει να γίνει εν συνεχεία εύκολα η συλλογή του μελιού.
Απαραίτητο επίσης είναι το μαχαίρι απολεπισμού, το οποίο λειτουργεί είτε με ηλεκτρική αντίσταση είτε με ατμό. Μπορούμε όμως να χρησιμοποιήσουμε και ένα κανονικό μαχαίρι, το οποίο θερμαίνουμε. Αφού κάνουμε την απολέπιση, τοποθετούμε τα πλαίσια στη συσκευή φυγοκέντρισης, η οποία ονομάζεται «μελιτοεξαγωγέας».
Με την περιστροφή των πλαισίων και την επενέργεια της φυγόκεντρης δύναμης, το μέλι συγκεντρώνεται στον πυθμένα, συλλέγεται και τοποθετείται στα λεγόμενα «δοχεία ηρεμίας», όπου το μέλι «ηρεμεί» μετά από τη διαδικασία της φυγοκέντρισης. Τα ξένα στοιχεία ανεβαίνουν προς την επιφάνεια, και το καθαρό μέλι μένει κάτω.
«Από κει, σιγά-σιγά, μπορούμε να το πάρουμε και να το συσκευάσουμε, μας λέει ο κ. Τσαγκαράκης, ενώ σε περιπτώσεις μεγάλης μελισσοκομικής επιχείρησης όλη η διαδικασία εξαγωγής του μελιού γίνεται εντελώς αυτοματοποιημένα».
Η παραγωγή
Η ποσότητα μελιού που θα παραχθεί εξαρτάται από τον ίδιο το μελισσοκόμο, ο οποίος καταρτίζει το πλάνο της χρονιάς, προετοιμάζει το μελίσσι του και το πάει σε περιοχές όπου φύονται συγκεκριμένα είδη φυτών, ανάλογα με τη χρονική περίοδο αλλά και με τη γεύση που θέλει να έχει το μέλι του.
Αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχουν ερασιτέχνες μελισσοκόμοι οι οποίοι μπορεί να παράγουν 10-150 κιλά μελιού το χρόνο.
Μάθετε περισσότερα στην εκπομπή #αγροτική ανάπτυξη: https://www.youtube.com/watch?v=HUeR_h8tWdc&t=134s


