Πλέον, υπάρχει τρόπος να μπορεί ο ίδιος ο κτηνοτρόφος να παράγει γαλακτοκομικά προϊόντα με τη δημιουργία του δικού του τυροκομείου.
Η ζωική παραγωγή αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας, με μεγάλη συμβολή στο εθνικό προϊόν και με ποσοστό 29,7% επί της συνολικής ακαθάριστης αξίας της αγροτικής παραγωγής.
Ως προς την αξία των παραγόμενων προϊόντων, η φυτική παραγωγή αντιπροσωπεύει σε ποσοστά το 70% και η ζωική παραγωγή το 30%, παραμένοντας στα επίπεδα της δεκαετίας του ’80. Τα αντίστοιχα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι 45% για τη φυτική παραγωγή και 55% για τη ζωική. Ωστόσο, η αξία των προϊόντων ζωικής παραγωγής στην Ελλάδα αγγίζει μόλις το 1,6% της συνολικής αξίας της ζωικής παραγωγής των μελών της Ε.Ε.
Η εξέλιξη της ζωικής παραγωγής, όπως και η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας στον ελλαδικό χώρο, έχει διαμορφωθεί από τη γεωμορφολογία και τις εδαφοκλιματικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας, αλλά και από την εφαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ). Λόγω, όμως, της έλλειψης καθορισμού βοσκοτόπων, ο Έλληνας κτηνοτρόφος έχει να αντιμετωπίσει το υψηλό κόστος των ζωοτροφών, ενώ αναγκάζεται να πουλά σε χαμηλή τιμή το γάλα του στα τυροκομεία, τα οποία αδυνατούν να δώσουν υψηλότερες τιμές εξαιτίας του έντονου ανταγωνισμού των εισαγόμενων γαλακτοκομικών προϊόντων.
Ωστόσο, μια ευρεσιτεχνία της εταιρείας “Belgomilk” φαίνεται πως έρχεται να δώσει λύση στο παραπάνω πρόβλημα.
Διαβάστε περισσότερα εδώ:


