ΑρχικήΓεωργίαΘεόδωρος Δημητρακάκης: Ευκαιρίες και κίνδυνοι για τη νέα ελαιοκομική περίοδο

Θεόδωρος Δημητρακάκης: Ευκαιρίες και κίνδυνοι για τη νέα ελαιοκομική περίοδο

Οι υψηλές τιμές ελαιόλαδου για τους παραγωγούς μπορούν να οδηγήσουν σε καλύτερο καθαρισμό, κλάδεμα και λίπανση των ελαιώνων.
Ο βιοκαλλιεργητής κ. Θεόδωρος Δημητρακάκης

Άρθρο από τον κ. Θεόδωρο Δημητρακάκη, βιοκαλλιεργητή (MSc. στην Τεχνολογία και ποιότητα ελιάς & ελαιόλαδου)

Δύο είναι τα δεδομένα τα οποία κάνουν τη φετινή χρονιά μοναδική, γίνονται αφορμή έντονων συζητήσεων και αμφιλεγόμενων προφητειών και θα διαμορφώσουν τόσο την οικονομική ευρωστία των ελαιοπαραγωγών όσο και την κατάταξη της εθνικής στη συνολική παγκόσμια παραγωγή. Τα δεδομένα αυτά είναι η πολύ χαμηλή συνολική παραγωγή και η εξαιρετικά υψηλή τιμή.

Σκοπός του παρόντος δεν είναι η ανάλυση των αιτιών και των παραγόντων που διαμόρφωσαν την πραγματικότητα, παρά η ανάδειξη –από σκοπιάς παραγωγού– των ευκαιριών και των κινδύνων που απορρέουν από τα νέα δεδομένα.

Γνωρίζουμε πως αρκετά ελαιοπερίβολα είναι εγκαταλελειμμένα, κι ακόμα περισσότερα παραμελημένα, και αυτό έχει αρνητική επίπτωση στην εθνική παραγωγή. Λίγο οι κακές χρονιές χαμηλών τιμών ή/και αυξημένου κόστους που απογοήτευσαν κάποιους παραγωγούς, λίγο η ημιμάθεια και η έλλειψη πληροφόρησης από ερασιτέχνες (ή και επαγγελματίες) ελαιοκαλλιεργητές, λίγο η αδυναμία εύρεσης προσωπικού και, φυσικά, η χαμηλού ποσοστού αναδιάρθρωση ελαιώνων, έχουν οδηγήσει σε μείωση της εθνικής παραγωγής τις τελευταίες δεκαετίες.

Αυτό είναι κάτι παράλογο, αν συνυπολογίσουμε τη συσσωρευμένη επιστημονική γνώση και τον σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό. Όσο για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, αυτές θα ήταν μικρότερες αν όλα τα άλλα γίνονταν σωστά.

Οι ευκαιρίες

Η φετινή, λοιπόν, υψηλή τιμή δίνει μια ευκαιρία να καθαριστούν, να κλαδευτούν και να λιπανθούν σωστά τα παραμελημένα κτήματα, ώστε από την επόμενη κιόλας χρονιά να είναι παραγωγικά. Ακόμα και αν δε μείνει κάτι στην «τσέπη» του παραγωγού, θα είναι μια επένδυση για τις επόμενες χρονιές και θα συνεισφέρει αθροιστικά στην εθνική παραγωγή.

Η δεύτερη ευκαιρία έχει να κάνει με τη μειωμένη προσφορά, γεγονός που δυσκολεύει τις εργασίες των τυποποιητών και πολλές ετικέτες δεν καταφέρνουν (είτε δε τις συμφέρει) να εξυπηρετήσουν τη ζήτηση, με το φόβο να μείνουν τα ράφια δίχως ελαιόλαδο.

Γνωρίζουμε πως η ελληνική παραγωγή διανέμεται, ως επί το πλείστον, χύμα στην εσωτερική αγορά, όπως άλλωστε και στο εξωτερικό, γεγονός που αποτελεί μια από τις παθογένειες του κλάδου.

Η έλλειψη προϊόντος που παρουσιάζεται φέτος, είναι μία πολύ καλή ευκαιρία να πάρουν μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς τυποποιημένου ελαιόλαδου μικροί και μεσαίοι παραγωγοί. Και αν βραχυπρόθεσμα μοιάζει δελεαστική η αυξημένη τιμή με γρήγορη διάθεση στο χύμα εμπόριο, τα μακροπρόθεσμα οφέλη από την είσοδο στην αγορά τυποποιημένου ελαιόλαδου θα είναι πολλαπλάσια, με τον παραγωγό που έκανε το βήμα της επώνυμης πώλησης να καρπώνεται την υπεραξία των τιμών σε μελλοντική αποκλιμάκωση.

Έτσι ωφελούνται συνάμα και ο παραγωγός και η εθνική οικονομία, αφού θα μειωθεί το ποσοστό αδήλωτων πωλήσεων που αναπόφευκτα συνοδεύουν τη χύμα διάθεση.

Οι κίνδυνοι

Ας περάσουμε τώρα και στους δύο μεγάλους κινδύνους που απειλούν την εθνική παραγωγή και το εισόδημα των παραγωγών.

Πολλοί ελαιώνες καλλιεργούνται με ενοικίαση, επίμορτη αγροληψία, διά λόγου μοίρασμα ή μέσω οποιασδήποτε διμερούς συμφωνίας. Συνήθως ο υπεύθυνος παραγωγής αναλαμβάνει το σύνολο της καλλιέργειας και ο ιδιοκτήτης αρκείται σε ποσοστό επί της παραγωγής ή σε συγκεκριμένο ποσό (χρηματικό ή παραγωγής) ανά έτος.

Τη φετινή λοιπόν χρονιά που η τιμή του ελαιόλαδου εκτοξεύτηκε, κάποιοι ιδιοκτήτες κάνουν απλούς πολλαπλασιασμούς προσμετρώντας μόνο τα έσοδα, θέλοντας να πετάξουν εκτός τους επαγγελματίες καλλιεργητές, ακόμα και αν υπάρχουν δεσμευτικές συμφωνίες.

Οι παραγωγοί, ακόμα και αν δε δεχθούν να αφήσουν τους ελαιώνες τους οποίους έχουν καλλιεργήσει, είναι βέβαιο πως θα σταματήσουν να επενδύουν και να εφαρμόζουν τις καλές πρακτικές που θα αυξήσουν την παραγωγή (και άρα το ποσοστό τους). Αν πάλι αφήσουν τα –υπό όποια μορφή– νοικιασμένα κτήματα, με μαθηματική ακρίβεια αυτά θα υποστούν μείωση της παραγωγικότητάς τους τα επόμενα χρόνια.

Έτσι οδηγούμαστε σε μεγαλύτερη συρρίκνωση της εθνικής παραγωγής και σε κίνδυνο απώλειας κοινοτικών στηρίξεων από τις αλλαγές στις δηλώσεις δικαιωμάτων.

Τελευταία αφήνω έναν κίνδυνο που αφορά το μέλλον των παραγωγών και κατ’ επέκταση της επιβίωσης των επαρχιακών κοινοτήτων. Δεν είναι άλλος από την εμμονή στη μονοκαλλιέργεια της ελιάς που εντείνεται τα τελευταία χρόνια και είναι στο απόγειο της τον τελευταίο χρόνο. Νέες φυτεύσεις ελαιόδεντρων έρχονται να περιορίσουν τις διαθέσιμες για άλλες καλλιέργειες εκτάσεις.

Ο γηραιότερος πολυπράγμων αγροτικός πληθυσμός προέβλεπε μια κακή χρονιά στο ελαιόλαδο με την παλιά τακτική των παράλληλων καλλιεργειών, με εργασία άλλων χωρίς την ανάγκη επίβλεψης ή χρήσης ιδιόκτητου εξοπλισμού που ωθεί τους ερασιτέχνες / ειδικού καθεστώτος ελαιοπαραγωγούς στην ασχολία τους αποκλειστικά με την ελιά.

Η διατήρηση της βιοποικιλότητας επιβάλλεται για των αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών κινδύνων, ενώ η η πολυκαλλιέργεια μειώνει το επενδυτικό ρίσκο του επιχειρηματία αγρότη. Μάλιστα, η ύπαρξη οπωροφόρων και καλλωπιστικών δέντρων και θάμνων ομορφαίνει την παραγωγική γη, η οποία αποτελεί το χώρο εργασίας του γεωργού.

Το άρθρο φιλοξενείται στο τεύχος του Agro.tec Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου που κυκλοφορεί

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Δημοφιλέστερα