ΑρχικήΕπικαιρότηταΒιολογική κτηνοτροφία: Αειφόρος γεωργική παραγωγή και προστασία του περιβάλλοντος

Βιολογική κτηνοτροφία: Αειφόρος γεωργική παραγωγή και προστασία του περιβάλλοντος

Στο Agro.Tec που κυκλοφορεί η κ. Ηλιάνα Καμαριάρη, υπεύθυνη Τμήματος Ζωικής Παραγωγής του Οργανισμού Ελέγχου και Πιστοποίησης Βιολογικών Προϊόντων «ΔΗΩ», αρθρογραφεί για τη βιολογική κτηνοτροφία.

Η κτηνοτροφία, ως θεμελιώδες στοιχείο της πρωτογενούς παραγωγής, αποτελεί έναν από τους σημαντικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας, συμβάλλοντας σ’ αυτήν είτε άμεσα, μέσω της κατανάλωσης των παραγόμενων προϊόντων της, είτε έμμεσα, τροφοδοτώντας τη βιομηχανία τροφίμων.

Γεγονότα όπως η πανδημία, η ρωσοουκρανική σύρραξη και τελευταία η ενεργειακή κρίση, έχουν επηρεάσει δυσμενώς και τον κλάδο της πρωτογενούς παραγωγής, θέτοντας θέματα βιωσιμότητας στην ελληνική –και όχι μόνο– κτηνοτροφία. Τα ερωτήματα λοιπόν που γεννιούνται είναι:

  • Ποιος θέλει σήμερα να ασχοληθεί με την κτηνοτροφία και ποια είναι τα κίνητρα;
  • Υπάρχει μηχανισμός στήριξης;
  • Θα μπορέσει να υπάρξει βιώσιμη ανάπτυξη σ’ αυτό τον κλάδο;

Ερχόμενοι λοιπόν στο ρόλο της πολιτείας και στο βαθμό στήριξης, και κάνοντας ένα βήμα πιο πέρα, βλέπουμε ότι γίνεται προσπάθεια σε ευρωπαϊκό επίπεδο αναπροσανατολισμού της πρωτογενούς οικονομικής δραστηριότητας προς μια πιο «Πράσινη Ανάπτυξη», μέσω και της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Βασικό στοιχείο προς αυτή την κατεύθυνση είναι η βιολογική παραγωγή, τμήμα της οποίας αποτελεί η βιολογική κτηνοτροφία.

Ο τομέας της Βιολογικής Γεωργίας και Κτηνοτροφίας συμβάλλει στην ενσωμάτωση απαιτήσεων προστασίας του περιβάλλοντος και προωθεί την αειφόρο γεωργική παραγωγή.

Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ως βιολογική παραγωγή ορίζεται ένα συνολικό σύστημα διαχείρισης των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και παραγωγής τροφίμων, το οποίο συνδυάζει: βέλτιστες περιβαλλοντικές πρακτικές, υψηλό βαθμό βιοποικιλότητας, τη διατήρηση των φυσικών πόρων, την εφαρμογή υψηλού επιπέδου προτύπων στη μεταχείριση των ζώων, καθώς και παραγωγή που ανταποκρίνεται στην προτίμηση ορισμένων καταναλωτών σε προϊόντα που παράγονται με φυσικές ουσίες και διεργασίες.

Ως εκ τούτου, οι βιολογικές μέθοδοι παραγωγής επιτελούν διττό κοινωνικό ρόλο: αφενός τροφοδοτούν μια ειδική αγορά που καλύπτει την καταναλωτική ζήτηση βιολογικών προϊόντων και, αφετέρου, προσφέρουν δημόσια αγαθά που συμβάλλουν στην προστασία του περιβάλλοντος, στην καλή διαβίωση των ζώων, καθώς και στην αγροτική ανάπτυξη.

Η βιολογική κτηνοτροφία μπορεί να εφαρμοστεί στη βοοτροφία, στην αιγοπροβατοτροφία, στη χοιροτροφία, στην κονικλοτροφία, στην πτηνοτροφία (και συγκεκριμένα σε όρνιθες ωοπαραγωγής – κρεοπαραγωγής, καπόνια [σ.σ. ευνουχισμένοι κόκορες], πάπιες Πεκίνου, πάπιες Βαρβάρες, πάπιες Mullard, φραγκόκοτες και γαλοπούλες), σε ιπποειδή, σε ελαφοειδή, στη μελισσοκομία και σε είδη υδατοκαλλιέργειας.

Στην Ελλάδα αυτή η μέθοδος εκτροφής βρίσκει εφαρμογή κυρίως στις τρεις πρώτες προαναφερθείσες δραστηριότητες, και όπως απεικονίζεται στο σχετικό διάγραμμα, υπάρχει συνεχώς αυξητική τάση την τελευταία δεκαετία στο πιστοποιημένο ζωικό κεφάλαιο. Αντίστοιχη αυξητική τάση παρατηρείται τα τελευταία χρόνια και στους κλάδους της βιολογικής πτηνοτροφίας, μελισσοκομίας και υδατοκαλλιέργειας αντίστοιχα.

Γιατί όμως ο καταναλωτής να εμπιστευτεί ένα βιολογικό προϊόν έναντι αντίστοιχου συμβατικού; Η μέθοδος της βιολογικής εκτροφής στοχεύει σε υψηλού επιπέδου πρότυπα μεταχείρισης των ζώων, καλύπτει την ηθολογία κάθε είδους ζώου και προλαμβάνει ασθένειες με σκοπό την ελαχιστοποίηση της ταλαιπωρίας τους, μέσω της σωστής διαχείρισης της υγείας τους. Δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις συνθήκες στέγασης, στις κτηνοτροφικές πρακτικές και στο δείκτη πυκνότητας των ζώων, στοχεύοντας σε ένα καλό επίπεδο ευζωίας.

Το σύστημα της βιολογικής παραγωγής ζωικών προϊόντων θα πρέπει να στοχεύει στη συμπλήρωση των παραγωγικών κύκλων των διαφόρων ζωικών ειδών με ζώα βιολογικής εκτροφής και, συνεπώς, να ενθαρρύνει την αύξηση του αποθέματος γονιδίων ζώων βιολογικής εκτροφής, να ενισχύει την αυτοδυναμία και, με τον τρόπο αυτό, να εξασφαλίζει την ανάπτυξη του κλάδου.

Κάθε βιοκτηνοτρόφος, πέραν από τις δεσμεύσεις που αφορούν τις υποδομές και το ζωικό κεφάλαιο, υποχρεούται να τηρεί και μια σειρά από αρχεία. Συγκεκριμένα, στον ατομικό φάκελο θα πρέπει να εμπεριέχονται:

  • Όλα τα νομιμοποιητικά έγγραφα της επιχείρησης.
  • Τα έγγραφα που σχετίζονται με τον πιστοποιητικό οργανισμό (όπως είναι η αίτηση ένταξης, η σχετική υπεύθυνη δήλωση και η σύμβαση συνεργασίας).
  • Προγράμματα εκτροφής με τις τροποποιήσεις που υπάρχουν στην περιγραφή της εκμετάλλευσης.
  • Αντίγραφα των εκθέσεων ελέγχων και δειγματοληψιών όσον αφορά τη συμμόρφωση της επιχείρησης με την ισχύουσα νομοθεσία (Καν. 2018/848), ενώ σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης απαιτούνται αντίγραφα των εκθέσεων από διορθωτικές ενέργειες και κυρώσεις.
  • Η τελευταία δήλωση ενιαίας ενίσχυσης.
  • Ημερολόγιο πραγματοποίησης ελέγχων υπογεγραμμένο από τους ελεγκτές των ελεγκτικών μηχανισμών.

Η τεκμηρίωση της τήρησης των ανωτέρω δεσμεύσεων γίνεται μέσω των ελέγχων που υφίσταται ο κάθε κτηνοτρόφος και οι οποίοι πραγματοποιούνται από επίσημα εξουσιοδοτημένους και διαπιστευμένους από τις αρμόδιες αρχές πιστοποιητικούς οργανισμούς. Με την ολοκλήρωση αυτών των ελέγχων ο παραγωγός, εφόσον καλύπτει τις ισχύουσες απαιτήσεις της νομοθεσίας, λαμβάνει σχετικό πιστοποιητικό, μέσω του οποίου τεκμηριώνεται η συμμόρφωσή του.

Στο ερώτημα της ύπαρξης κινήτρων για κάποιον που θέλει να ασχοληθεί με τη βιολογική κτηνοτροφία, η απάντηση είναι σαφώς καταφατική. Ένα από τα βασικά κίνητρα είναι η προστιθέμενη αξία που δίνει η πιστοποίηση των παραγόμενων προϊόντων, είτε αυτά προορίζονται για άμεση κατανάλωση είτε ως πρώτες ύλες για την τροφοδοσία στη βιομηχανία τροφίμων.

Δεύτερο κίνητρο αποτελεί η θεμελιώδης συμβολή της ζωικής παραγωγής  στις βιολογικές εκμεταλλεύσεις γεωργικής παραγωγής, παρέχοντας την οργανική ύλη και τα θρεπτικά στοιχεία που είναι αναγκαία για τη βελτίωση του εδάφους και την ανάπτυξη της αειφόρου γεωργίας. Τα διάφορα προγράμματα οικονομικής ενίσχυσης που παρέχονται ως τώρα στους κτηνοτρόφους μέσω του Πυλώνα ΙΙ της ισχύουσας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (αλλά και της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής που αφορά το χρονικό διάστημα 2023 – 2027 και η οποία θα τεθεί σε εφαρμογή από 1-1-2023 μέσω της επιλογής του αντίστοιχου οικολογικού σχήματος) αποτελούν ένα ακόμα ισχυρό κίνητρο για ένταξη στη βιολογική κτηνοτροφία.

Παρ’ όλα τα κίνητρα που αναφέρθηκαν, υπάρχουν και κάποιες δυσκολίες στην εφαρμογή της βιολογικής κτηνοτροφίας. Μία από αυτές είναι το υψηλό κόστος παραγωγής (το οποίο συνδέεται άμεσα με τις υψηλές τιμές των ζωοτροφών και λοιπών βοηθητικών υλικών), η έλλειψη εργατικού δυναμικού και η έλλειψη βασικής πληροφόρησης σε αρκετά θέματα της παραγωγικής διαδικασίας, όπως είναι για παράδειγμα η κατάρτιση και η εφαρμογή ενός σωστού σιτηρεσίου, το οποίο καθίσταται ιδιαίτερα κοστοβόρο.

Επιπροσθέτως, η ανεπαρκής πληροφόρηση των καταναλωτών και η αδυναμία τους σε κάποιες περιπτώσεις να αναγνωρίσουν το βιολογικό προϊόν καθιστούν δύσκολη την εμπορία του, με συνέπεια να παράγονται βιολογικά και να διακινούνται ως συμβατικά.

Όμως, η ιδιοπαραγωγή πιστοποιημένων ζωοτροφών και η χρήση τους στο σιτηρέσιο των ενταγμένων εκμεταλλεύσεων θα μπορούσε να αντισταθμίσει το υψηλό κόστος αγοράς, ενώ η εκμηχάνιση πολλών εργασιών θα επέφερε περιορισμό στην ανάγκη για πολλά εργατικά χέρια.

Επιπλέον, η αξιοποίηση των γεωργικών συμβούλων μέσω των επιδοτούμενων προγραμμάτων μπορεί να δώσει τη δυνατότητα στους κτηνοτρόφους να έχουν πρόσβαση σε αξιόπιστες λύσεις για τα προβλήματα της εκμετάλλευσής τους. Τέλος, η επισήμανση των ζωικών προϊόντων που διακινούνται σε χύμα μορφή απευθείας στο καταναλωτή, όπως με σφραγίδα επί του σφαγείου, θα μπορούσε να βοηθήσει τους καταναλωτές να τα αναγνωρίσουν εύκολα και να τα εμπιστευτούν περισσότερο.

Απαιτείται από όλους μεθοδική και οργανωμένη προσπάθεια, ώστε να αναπτυχθεί η βιολογική κτηνοτροφία σε ορθολογικές βάσεις, να διασφαλιστεί η αυστηρή τήρηση των προδιαγραφών πιστοποίησης των προϊόντων και να αξιοποιηθούν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που παρέχει η χρήση σύγχρονων τεχνικών μάρκετινγκ.

Σε μία εποχή βιομηχανοποίησης η ανάγκη ποιοτικών προϊόντων είναι ακόμα μεγαλύτερη. Και το βιολογικό προϊόν είναι ένα σωστά ελεγχόμενο προϊόν, που εγγυάται μέσω της πιστοποίησης την ορθή τήρηση κανόνων παραγωγής που προάγουν την εμπιστοσύνη του καταναλωτή προς τον παραγωγό.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Δημοφιλέστερα