Οι τράπεζες γενετικού υλικού χρησιμοποιούνται για τη διάσωση και τη γενετική βελτίωση των φυλών, μέσω των σύγχρονων τεχνικών γονιδιακής τεχνολογίας και βιοτεχνολογίας αναπαραγωγής. Πολλές αυτόχθονες φυλές αγροτικών ζώων κινδυνεύουν πλέον με εξαφάνιση, τόσο εξαιτίας φυσιολογικών παραγόντων, όσο και άλλων, όπως είναι η εισαγωγή ξένων φυλών ζώων με βελτιωμένα παραγωγικά χαρακτηριστικά, η εκμηχάνιση της γεωργίας, η ρύπανση κ.ά. Έτσι οδηγούμαστε σε μία σημαντική μείωση της βιοποικιλότητας και της γενετικής παραλλακτικότητας. Για το ζήτημα αυτό και την προσπάθεια δημιουργίας τράπεζας διατήρησης γενετικού υλικού που αφορά το μαύρο χοίρο, μας μίλησαν:
- Η κ. Δέσποινα Καρατοσίδη, ερευνήτρια του Ινστιτούτου Επιστήμης Ζωικής Παραγωγής του Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού «Δήμητρα» (ΕΛ.Γ.Ο. «Δήμητρα»).
- Ο κ. Ευθύμιος Αυγέρης, γεωπόνος Ζωικής Παραγωγής της Πανελλήνιας Ένωσης Εκτροφέων Αυτόχθονων Φυλών Αγροτικών Ζώων.
- Ο κ. Γεώργιος Μιχαηλίδης, αναπληρωτής καθηγητής του Εργαστήριου Φυσιολογίας Αναπαραγωγής Αγροτικών Ζώων του Τμήματος Γεωπονίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Α.Π.Θ.)
Συνέντευξη στην Κατερίνα Λαδοπούλου
Agro.tec: Πώς προέκυψε η ανάγκη διατήρησης γενετικού υλικού για τον μαύρο χοίρο;
Δέσποινα Καρατοσίδη: Οφείλουμε να διατηρήσουμε και να προστατέψουμε τις αυτόχθονες φυλές, όπως είναι ο μαύρος χοίρος, καθώς αποτελούν μέρος της οικολογικής αλυσίδας και της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας μας.
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι οι Έλληνες προτιμούν τα ελληνικά προϊόντα, καθώς τα θεωρούν πιο ασφαλή και ανώτερης ποιότητας, δίνει τη δυνατότητα για ερευνητικές προσπάθειες με στόχο τη διάσωση και γενετική βελτίωση των εκτρεφόμενων αυτόχθονων φυλών αγροτικών ζώων.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση του μαύρου χοίρου, εξαιτίας της προσαρμοστικότητάς του στις ιδιαίτερες κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες της χώρας μας και των παραδοσιακών μεθόδων εκτροφής, καθώς και της εξαιρετικής του διατροφικής αξίας.
Agro.tec: Ποιοι συμμετέχουν σε αυτή την προσπάθεια;
Δέσποινα Καρατοσίδη: Η Πανελλήνια Ένωση Εκτροφέων Αυτόχθονων Φυλών Αγροτικών Ζώων, σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Επιστήμης Ζωικής Παραγωγής Γιαννιτσών και το Εργαστήριο Φυσιολογίας Αναπαραγωγής Αγροτικών Ζώων του Τμήματος Γεωπονίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Α.Π.Θ.), συμμετέχει στο έργο με τίτλο «Δημιουργία τράπεζας διατήρησης γενετικού υλικού και αναβάθμιση γενοτύπου της ελληνικής αυτόχθονης φυλής του μαύρου χοίρου».
Το έργο αυτό, που χρηματοδοτείται από το πρόγραμμα «Καινοτόμες δράσεις με τους πολίτες 2021» του Πράσινου Ταμείου, βασίστηκε στην παγκόσμια ανάγκη για δημιουργία τραπεζών γενετικού υλικού.
Agro.tec: Σε τι διαφέρει ο μαύρος χοίρος συγκριτικά με τις άλλες εκτρεφόμενες φυλές;
Δέσποινα Καρατοσίδη: Ο ελληνικός μαύρος χοίρος είναι μια αυτόχθονη φυλή, η μόνη ελληνική φυλή που εκτράφηκε παραδοσιακά στην Ελλάδα μέχρι τη δεκαετία του ’60, παρέχοντας κρέας και δέρμα σχεδόν σε κάθε ελληνική οικογένεια που ζούσε σε αγροτικές περιοχές.
Η ερημοποίηση της ελληνικής υπαίθρου που σημειώθηκε μεταξύ 1955 και 1960 και η μετανάστευση των κατοίκων στα μεγάλα αστικά κέντρα, προκάλεσαν την απότομη εξαφάνιση αυτής της φυλής και την εισαγωγή των γνωστών ξένων ροζ χοίρων. Πριν από είκοσι χρόνια ξεκίνησε μια σπουδαία δουλειά για να σωθεί αυτή η φυλή με βάση τα μόλις 100 ζώα που βρέθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα.
Αυτή η φυλή είναι καλά προσαρμοσμένη σε ορεινά βοσκοτόπια ημιεκτατικής εκτροφής, όπου τα ζώα τρέφονται κυρίως με βελανίδια. Το σωματικό τους βάρος κυμαίνεται μεταξύ 80-130 κιλών και σχετίζεται στενά με το σύστημα εκτροφής. Οι χοίροι που ζουν σε ορεινές και δυσπρόσιτες περιοχές είναι μικρότεροι σε μέγεθος, σε αντίθεση με αυτούς που ζουν σε ημιορεινές περιοχές.
Το κυρίαρχο χρώμα της φυλής είναι το μαύρο, ενώ άλλα χαρακτηριστικά της είναι τα ελαφρώς πεσμένα αυτιά, το μεσαίο μήκους τρίχωμα και το μεσαίου μεγέθους ρύγχος. Οι χοιρομητέρες έχουν εποχική αναπαραγωγική δραστηριότητα, με 1 – 2 γέννες το χρόνο και 8-9 χοιρίδια ανά γέννα.
Γενικά, ο ελληνικός μαύρος χοίρος έχει εξαιρετικής ποιότητας κρέας, από το οποίο μπορούν να παράγονται αλλαντικά με ιδιαίτερα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, γεγονός που κάνει αυτή τη φυλή ξεχωριστή ανάμεσα σε όλες τις άλλες φυλές χοίρων που εκτρέφονται στην Ελλάδα.
Αυτή η εξαιρετική ποιότητα κρέατος αποτελεί τη βάση πολλών πρωτοβουλιών για την προώθηση της φυλής, μέσω συγκεκριμένων προϊόντων κρέατος και γαστρονομίας.
Agro.tec: Σε ποιες περιοχές της χώρας συναντάμε το μαύρο χοίρο;
Ευθύμιος Αυγέρης: Πλέον συναντάται σε όλη την επικράτεια. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό
Σύστημα Πληροφοριών για τη Βιοποικιλότητα των Αγροτικών Ζώων (European Farm Animal Biodiversity Information System [EFABIS]), το 2021 έχουν καταγραφεί 3.647 χοιρομητέρες σε 57 εκτροφές. Αυτοί οι μικροί πυρήνες εντοπίζονται σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα, αλλά κυρίως συγκεντρώνονται στη βόρεια και κεντρική Ελλάδα. Στην Πανελλήνια Ένωση Εκτροφέων Αυτόχθονων Φυλών Αγροτικών Ζώων, οι συνεργάτες μας εκτροφείς διατηρούν ένα μεγάλο αριθμό χοίρων στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας.
Agro.tec: Πότε ξεκίνησε αυτή η προσπάθεια, πού αποσκοπεί και πόσο χρόνο διάρκειας έχει;
Δέσποινα Καρατοσίδη: Πολύ μεγάλης οικονομικής σημασίας για την χοιροτροφία είναι η πολυδυμία των χοιρομητέρων, η οποία εκφράζεται από το μέγεθος της τοκετοομάδας, δηλαδή τον αριθμό των χοιριδίων ανά τοκετό. Παρά την αναγνώριση ότι η αύξηση του μεγέθους της τοκετοομάδας θα έχει σημαντικά οφέλη για τον κλάδο αυτό, μέχρι σήμερα στη χώρα μας δεν έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος.
Τα τελευταία χρόνια, πολλές έρευνες εστιάζουν απευθείας στο γενετικό κώδικα των επιλεγμένων ζώων και στη μελέτη των γενοτύπων και των αλληλομόρφων τους. Η αναβάθμιση του γενότυπου στον ελληνικό αυτόχθονο μαύρο χοίρο μέσω του εντοπισμού και της χρησιμοποίησης λειτουργικών μοριακών δεικτών θα ισοσκελίσει την έλλειψη παραγωγικότητας της αυτόχθονης χοιροτροφίας στη χώρα μας και θα βελτιώσει παραπέρα και την ποιότητα του κρέατος.
Η δημιουργία τράπεζας διατήρησης γενετικού υλικού και η αναβάθμιση του γενοτύπου της ελληνικής αυτόχθονης φυλής του μαύρου χοίρου είναι ένα έργο που βασίστηκε στην παγκόσμια ανάγκη για δημιουργία τραπεζών γενετικού υλικού. Ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2021 και αναμένεται να ολοκληρωθεί στα τέλη του Μαρτίου του 2023.
Στόχοι του έργου είναι:
– Η διάσωση και γενετική βελτίωση των εκτρεφόμενων ζώων της ελληνικής αυτόχθονης φυλής του μαύρου χοίρου.
– Η ανάπτυξη και εφαρμογή καινοτόμων γονιδιακών μεθόδων για τη γενετική βελτίωση και την αύξηση της παραγωγικότητας της φυλής του μαύρου χοίρου.
– Ο εκσυγχρονισμός της αναπαραγωγικής διαχείρισης του αυτόχθονου μαύρου χοίρου στις συμμετέχουσες κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις, μέσω της εφαρμογής και χρήσης καινοτόμων βιοτεχνολογικών μεθόδων.
– Η αύξηση της προστιθέμενης αξίας των παραγόμενων προϊόντων, η αύξηση της ανταγωνιστικότητάς τους και η διάθεση πιστοποιημένων και γνήσιων προϊόντων ελληνικής προέλευσης στους καταναλωτές.
Μετά την ολοκλήρωση του έργου, η πρόθεσή μας είναι να διατηρηθεί η τράπεζα αυτή και να αξιοποιηθεί σε μελλοντικά προγράμματα γενετικής βελτίωσης της φυλής του μαύρου χοίρου, με συνεχή ενημέρωση κτηνοτρόφων, επιστημόνων και άλλων φορέων.
Agro.tec: Ποιες ιδιαιτερότητες έχει η συλλογή του γενετικού υλικού;
Μιχαηλίδης Γεώργιος: Οι τράπεζες γενετικού υλικού χρησιμοποιούνται για τη διάσωση και τη γενετική βελτίωση των φυλών, μέσω των σύγχρονων τεχνικών γονιδιακής τεχνολογίας και βιοτεχνολογίας αναπαραγωγής, συμβάλλοντας και διασφαλίζοντας αποφασιστικά τη διατήρηση της οικολογικής και πολιτιστικής κληρονομιάς κάθε χώρας.
Σύμφωνα άλλωστε και με την Παγκόσμια Οργάνωση Τροφίμων (Food & Agriculture Organization [FAO]), η δημιουργία τραπεζών γενετικού υλικού αποτελεί μια από τις πλέον σύγχρονες και ασφαλέστερες μεθόδους διάσωσης και διατήρησης των γενετικών πόρων και της βιοποικιλότητας.
Agro.tec: Πόσο αναπτυγμένες είναι οι τράπεζες γενετικού υλικού στη χώρα μας και ποια τα οφέλη από την ύπαρξη μιας τέτοιας τράπεζας ειδικά στην περίπτωση του μαύρου χοίρου;
Μιχαηλίδης Γεώργιος: Στην Ελλάδα οι τράπεζες αυτές είναι πολύ ανεπτυγμένες όσον αφορά τη φυτική παραγωγή (σπόροι κλπ. από ποικιλίες φυτών), αλλά καθόλου ανεπτυγμένες όσον αφορά τη ζωική παραγωγή.
Αναφορικά με τις ιδιαιτερότητες, σε πολλές περιπτώσεις είναι δύσκολη η αιμοληψία από ζώα που δεν είναι σταβλισμένα, οπότε αναγκαστικά συλλέγουμε τρίχες για την απομόνωση του γενετικού υλικού, κάτι το οποίο όμως αποδίδει συνήθως DNA χειρότερης ποιότητας και μικρότερης ποσότητας, συγκριτικά με το αίμα.


