ΑρχικήΟικονομίαΓιώργος Βλόντζος: Προκλήσεις της αγροτικής οικονομίας στη σύγχρονη ελληνική γεωργική πραγματικότητα

Γιώργος Βλόντζος: Προκλήσεις της αγροτικής οικονομίας στη σύγχρονη ελληνική γεωργική πραγματικότητα

Γράφει ο κ. Γιώργος Βλόντζος, καθηγητής στο Τμήμα Γεωπονίας, Φυτικής Παραγωγής και Αγροτικού Περιβάλλοντος, του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, και διευθυντής του Εργαστηρίου Αγροτικής Οικονομίας και Καταναλωτικής Συμπεριφοράς.

Η ελληνική αγροτική οικονομία βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Από την εποχή των επιδοτήσεων έως τη σημερινή ανάγκη προσαρμογής στις δυνάμεις της αγοράς, ο πρωτογενής τομέας καλείται να αναδιαρθρωθεί εκ βάθρων. Η βιωσιμότητα πλέον δεν εξαρτάται μόνο από την πολιτική στήριξη, αλλά από τη γνώση, τη συνεργασία και τη δημιουργία μηχανισμών διαχείρισης ρίσκου που θα εξασφαλίσουν σταθερό εισόδημα και ανταγωνιστικότητα.

Η αγροτική οικονομία της χώρας, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως και σήμερα, έχει περάσει από διάφορες φάσεις ακμής και παρακμής, κατορθώνοντας ωστόσο να επιβιώσει και να προσαρμοστεί στις εκάστοτε περιβαλλοντικές, κοινωνικές και προπάντων οικονομικές συνθήκες, μέσα στις οποίες καλούνταν να επιβιώσει και να αναπτυχθεί.

Στη σύγχρονη εποχή, η πορεία της ελληνικής αγροτικής οικονομίας χωρίζεται σε δύο καθαρά διακριτές περιόδους: στην προ και μετά την Agenda 2000 περίοδο. Η εφαρμογή της Agenda 2000 αποτελεί σταθμό, γιατί ουσιαστικά μεταμορφώνει την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) από μια δέσμη μέτρων που στήριζαν προϊόντα, σε μια δέσμη μέτρων που επιχειρεί να στηρίξει την ανάπτυξη του ύπαιθρου χώρου συνολικά. Παρά όμως το γεγονός ότι η νέα αυτή προσέγγιση μετράει είκοσι χρόνια εφαρμογής, παρατηρούνται σημαντικές υστερήσεις προσαρμογής, με παράλληλες αντιστάσεις και νοσταλγικές προσεγγίσεις του παρελθόντος, με τους παραγωγούς να βρίσκονται στο επίκεντρο μιας δίνης, από την οποία σε πολλές περιπτώσεις δεν διαφαίνεται έξοδος διαφυγής.

Αποτελεί γεγονός ότι η διεύρυνση της βάσης των δικαιούχων επιδοτήσεων του πρώτου πυλώνα της ΚΑΠ, χωρίς παράλληλη αύξηση του προϋπολογισμού της, έχει μειώσει σημαντικά τη δυνατότητα κάλυψης του ελλείμματος ανταγωνιστικότητας που χαρακτηρίζει την πλειοψηφία των ελληνικών γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Παράλληλα, η πανσπερμία προϊόντων που θεωρούνται επιλέξιμα για λήψη συνδεδεμένων ενισχύσεων, μειώνει επίσης τη δυνατότητα του συγκεκριμένου μηχανισμού για την ουσιαστική στήριξη των προϊόντων αυτών με όρους αγοράς. Όσον αφορά το δεύτερο πυλώνα, η δέσμη μέτρων και δράσεων αυξάνεται, χωρίς όμως να υπάρχει και αντίστοιχη αύξηση του συνολικού προϋπολογισμού.

Αντιμετώπιση ρίσκου

Το σημαντικότερο δομικό πρόβλημα όμως που αντιμετωπίζει σήμερα ο ελληνικός πρωτογενής τομέας, είναι το ότι δεν δημιουργούνται μηχανισμοί αντιμετώπισης ρίσκου, στο οποίο είναι πλέον ολοένα και περισσότερο εκτεθειμένος.

Επί τριάντα περίπου χρόνια, η ελληνική γεωργία κάλυπτε το έλλειμμα ανταγωνιστικότητάς της μέσω της χορήγησης σημαντικών επιδοτήσεων κλαδικού χαρακτήρα, στηρίζοντας επιλεκτικά συγκεκριμένα προϊόντα και αφήνοντας την ίδια στιγμή άλλα να διαμορφώνουν όρους βιωσιμότητας με όρους αγοράς. Η επιλογή αυτή γινόταν με όρους καθαρά πολιτικούς, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το καθαρό οικονομικό αποτέλεσμα που προέκυπτε από την παραγωγή των συγκεκριμένων προϊόντων.

Όταν το καθεστώς αυτό άρχισε να αλλάζει, προοδευτικά οι παραγωγοί διαπίστωναν προοδευτικά αυτή την έλλειψη ανταγωνιστικότητας, χωρίς ωστόσο να έχουν στη διάθεσή τους εργαλεία, μηχανισμούς και –πάνω από όλα– τεκμηριωμένη γνώση, για μια ασφαλή μεταρρύθμιση του μείγματος παραγωγής, προς την κατεύθυνση δημιουργίας ασφαλούς εισοδήματος με όρους αγοράς.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και όταν οι επιδοτήσεις δίνονταν τομεακά, το κράτος είχε ιδρύσει αποτελεσματικές δομές στήριξης, ενημέρωσης και εκπαίδευσης των παραγωγών (Οργανισμός Βάμβακος, Οργανισμός Καπνού κ.ά.), προκειμένου να ενημερώνονται οι αγρότες για τις τεχνικές παραγωγής, αλλά και να προκύπτουν νέα ερευνητικά δεδομένα, απόλυτα προσαρμοσμένα στις τοπικές συνθήκες παραγωγής.

Ανεξάρτητα από τον κλάδο παραγωγής στο οποίο μπορεί κάποιος να αναφέρεται, είναι δεδομένο ότι το επιχειρείν είναι άμεσα συνδεδεμένο με διαχείριση ρίσκου. Στο αγροτικό επιχειρείν το ρίσκο είναι πολλαπλό, καθώς συνδέεται και με παραμέτρους που δύσκολα μπορούν να ελεγχθούν από τους παραγωγούς, όπως είναι οι κλιματολογικές συνθήκες, η γενικότερη κλιματική αλλαγή, οι γεωπολιτικές κρίσεις και η ενέργεια.

Τα καλά παραδείγματα

Πέρα όμως από αυτά, στην ελληνική πραγματικότητα –και ειδικά στους κλάδους παραγωγής που μέχρι πριν την εφαρμογή της Agenda 2000 επιδοτούνταν έντονα– απουσιάζουν με εμφατικό τρόπο συνέργειες μεταξύ των συμμετεχόντων στις ίδιες αλυσίδες αξίας, με αποτέλεσμα τη σημαντική ανισοκατανομή του συνολικού ρίσκου που συνοδεύει κάθε μια από αυτές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο κλάδος της βαμβακοκαλλιέργειας, όπου η συντριπτική πλειοψηφία των παραγωγών επωμίζεται όλο το ρίσκο που συνοδεύει την παραγωγή σύσπορου βαμβακιού, λαμβάνοντας στο τέλος της καλλιεργητικής περιόδου μια οριζόντια τιμή παραγωγού, χωρίς ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις με βάση τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του προϊόντος.

Επιπρόσθετα, το ίδιο καθεστώς συνεργασίας στερεί από τους παραγωγούς τυχόν πρόσθετα οφέλη από τις διακυμάνσεις της τελικής τιμής του τελικού προϊόντος, όπως αυτή διαμορφώνεται στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων διεθνώς μέσω της διαπραγμάτευσης των αντίστοιχων futures, αλλά και από την αξιοποίηση των υποπροϊόντων εκκόκκισης, με κυριότερο αυτό των σπόρων.

Ακόμη ένα παράδειγμα διαφορετικής οργάνωσης αλυσίδων αξίας είναι η σύγκριση της αντιμετώπισης επιδημικών νόσων στους κλάδους της πτηνοτροφίας (γρίπη των πτηνών), της χοιροτροφίας (πανώλη των χοίρων) και της προβατοτροφίας (ευλογιά των προβάτων), με τις δύο πρώτες να μην έχουν δημιουργήσει σοβαρές απώλειες, ενώ η τελευταία απειλεί να δυναμιτίσει στρατηγικά τον συγκεκριμένο κλάδο.

Προσαρμογή παραγωγικού συστήματος

Συγκρίνοντας κλάδους παραγωγής που παραδοσιακά δεν επιδοτούνταν, με αυτούς που λάμβαναν σημαντικές επιδοτήσεις, είναι προφανές ότι στους πρώτους υπάρχουν αρθρωτές συμβολαιακές σχέσεις μεταξύ των συμμετεχόντων στις συγκεκριμένες αλυσίδες αξίας.

Αυτές οι σχέσεις επιμερίζουν αναλογικά το συνολικό ρίσκο, αλλά παράλληλα λειτουργούν ως αγωγοί οπισθοτροφοδότησης πληροφορίας από τους τελικούς χρήστες (καταναλωτές) προς τους παραγωγούς και μεταποιητές, έτσι ώστε το συνολικό παραγωγικό σύστημα να προσαρμόζεται έγκαιρα στις απαιτήσεις των καταναλωτών.

Όσον αφορά όμως τους παραγωγούς και τους μεταποιητές, αυτή η διάδραση και η κάθετη οργάνωση που απαιτείται σήμερα, μέχρι στιγμής δεν προκύπτει. Και το πλέον ανησυχητικό στοιχείο να είναι ότι αυτού του είδους η οργάνωση δεν ζητείται ουσιαστικά από κανέναν, ενώ υπάρχει σε πολλές περιπτώσεις εμμονή σε ένα πλαίσιο αιτημάτων που αναφέρονται στην αναβίωση του πρότερου πλαισίου προστασίας μέσω της ΚΑΠ, που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Ουσιαστικά αυτό που συμβαίνει είναι η έλλειψη διάθεσης για ανάληψη του πρόσθετου ρίσκου από εκπροσώπους αλυσίδων αξίας (stakeholders), που παραδοσιακά δεν αναλάμβαναν τέτοιου είδους πρωτοβουλίες.

Επενδυτικό πλαίσιο

Επιπρόσθετα, εξίσου προβληματικό είναι και το υφιστάμενο επενδυτικό πλαίσιο, το οποίο θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν οι παραγωγοί που επιθυμούν να προχωρήσουν σε επενδύσεις.

Παρόλο που σε κάθε προγραμματική περίοδο υπάρχει ένα συγκροτημένο πλαίσιο υποστήριξης επενδύσεων στον πρωτογενή τομέα (μέσω μέτρων του δεύτερου πυλώνα της ΚΑΠ, αλλά και συγκριμένου μέτρου που στηρίζει την είσοδο νέων αγροτών στην παραγωγική διαδικασία), υπάρχει σημαντική αναντιστοιχία μεταξύ: α) των κριτηρίων επιλεξιμότητας των δικαιούχων που κρίνονται επαρκείς και ικανοί να προχωρήσουν σε τέτοιου είδους επενδύσεις, και β) των κριτηρίων που χρησιμοποιεί το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠ.Α.Α.Τ.) και οι τράπεζες που καλούνται στη συνέχεια να δανειοδοτήσουν τις επενδύσεις αυτές.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι πρόσφατο, αλλά διατρέχει σειρά προγραμματικών περιόδων. Σίγουρα όμως οι αρνητικές επιπτώσεις είναι πολύ περισσότερο εμφανείς τα τελευταία χρόνια, οπουδήποτε υπάρχει έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. Επίσης, το αυξημένο κόστος χρήματος, κυρίως εξαιτίας της πρόσφατης οικονομικής κρίσης της χώρας, μειώνει το επίπεδο ανταγωνιστικότητας όλου του χώρου.

Επιχειρηματικές δραστηριότητες

Έχοντας πλέον ως δεδομένο ότι η σύγχρονη γεωργία και κτηνοτροφία είναι επιχειρηματικές δραστηριότητες έντασης κεφαλαίου, είναι αναγκαίο να ανοίξει μια ευρεία συζήτηση, ενόψει της νέας αναθεώρησης της ΚΑΠ, με στόχο όλοι οι σχετιζόμενοι με την αγροτική ανάπτυξη να συμφωνήσουν σε ένα κοινό σύνολο κριτηρίων αξιολόγησης επενδύσεων, περισσότερο αποδεκτό με όρους αγοράς.

Αυτά τα κριτήρια θα πρέπει από τη μια μεριά να επιβραβεύουν τους πραγματικά ανταγωνιστικούς παραγωγούς, αυτούς που αληθινά κομίζουν καινοτομικές επιχειρηματικές ιδέες, κι από την άλλη να παραμερίζουν παρωχημένες πρακτικές αξιολόγησης, όπως είναι αυτή της τυπικής απόδοσης και της σχεδόν αποκλειστικής διασφάλισης των αιτούμενων δανείων μέσω της προσημείωσης ακινήτων.

Αναδιάρθρωση δομών

Η ολοένα και μεγαλύτερη διασύνδεση του συνόλου του ελληνικού πρωτογενούς τομέα με τις δυνάμεις της αγοράς επιβάλλει τη ριζική αναδιάρθρωση των δομών που λειτουργούν και υποστηρίζουν το χώρο, ορίζοντας ως σημείο αναφοράς –και ως φάρο που κατευθύνει την εξέλιξη και προσαρμογή των παραγωγικών συστημάτων– τις απαιτήσεις των τελικών χρηστών, δηλαδή των καταναλωτών.

Η αναδιάρθρωση αυτή θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από:

– Αποτελεσματικές δομές συμβουλευτικής (consulting).

– Δομές μεταφοράς και προσαρμογής υφιστάμενων τεχνολογιών.

– Δομές δημιουργίας νέων τεχνολογιών, απόλυτα προσαρμοσμένων στις εκάστοτε τοπικές συνθήκες (Living Labs).

– Συγχρονισμό των υφιστάμενων χρηματοδοτικών εργαλείων.

– Δημιουργία νέων χρηματοδοτικών εργαλείων, με γνώμονα την πιο ισορροπημένη διασπορά ρίσκου και την ενίσχυση των νέων αγροτών και των καινοτομικών πρακτικών.

Το ελληνικό αγροτικό παραγωγικό σύστημα έχει δεθεί άρρηκτα με το μεσογειακό διατροφικό πρότυπο. Και καθώς τα προϊόντα του έχουν σημαντικότατη αποδοχή από τους καταναλωτές σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει όλες τις προϋποθέσεις να κερδίσει μεγαλύτερα μερίδια αγοράς.

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει δεν είναι υπαρξιακό, αλλά βαθιά δομικό. Είναι καιρός η μεταρρυθμιστική προσπάθεια να βάλει στο επίκεντρο τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματά του και να χτίσει γύρω από αυτά σύγχρονα εργαλεία στήριξης και προώθησής τους.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Δημοφιλέστερα