Γράφουν οι κ. Γεώργιος Βαλιάκος και Μάριος Λυσίτσας*

Η αντιμικροβιακή αντοχή αποτελεί μία σιωπηλή αλλά παγκόσμια κρίση, που απειλεί ανθρώπους, ζώα και περιβάλλον. Η συνετή χρήση των αντιβιοτικών, η εκπαίδευση και η συνεργασία όλων των εμπλεκομένων αποτελούν το θεμέλιο για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των επόμενων γενεών.
Η αντιμικροβιακή αντοχή (AMR) αποτελεί μία από τις σοβαρότερες σύγχρονες απειλές για τη δημόσια υγεία παγκοσμίως, για τον άνθρωπο, τα ζώα και το περιβάλλον. Με απλά λόγια, πρόκειται για την ικανότητα βακτηρίων, ιών, μυκήτων και παρασίτων να αντιστέκονται στη δράση των αντιμικροβιακών φαρμάκων, δηλαδή εκείνων που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα έπρεπε να τα εξουδετερώνουν ή να εμποδίζουν την ανάπτυξή τους (WHO, AWaRe Antibiotic Book).
Η επιλεκτική πίεση και ο κύκλος της ανθεκτικότητας

Είναι σημαντικό να τονιστεί πως η αντοχή αυτή δεν αποτελεί νέο φαινόμενο· υπήρχε πολύ πριν από την ανακάλυψη και ευρεία χρήση αντιμικροβιακών φαρμάκων, και ιδιαίτερα της κατηγορίας των αντιβιοτικών. Ορισμένοι μικροοργανισμοί, για παράδειγμα, είναι εκ φύσεως ανθεκτικοί σε συγκεκριμένα φάρμακα. Άλλοι όμως αναπτύσσουν αυτή την ικανότητα –που φυσιολογικά δεν θα διέθεταν– όταν εκτίθενται επανειλημμένα σε κάποιο αντιμικροβιακό. Τότε μιλάμε για επίκτητη ανθεκτικότητα, φαινόμενο που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια.
Τα δεδομένα είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά, καθώς έχει εκτιμηθεί ότι έως το 2050 η αντιμικροβιακή αντοχή ενδέχεται να προκαλεί περισσότερους θανάτους παγκοσμίως απ’ ό,τι ο καρκίνος (Tackling Drug-Resistant Infections Globally: Final Report and Recommendations).
Αν δεν υπάρξει άμεση και συντονισμένη δράση, θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε σε μια κατάσταση παρόμοια με εκείνη πριν από την ανακάλυψη των αντιβιοτικών, όπου απλές πληγές ή κοινές λοιμώξεις θα μπορούσαν να προκαλούν σοβαρές βλάβες ή ακόμη και θανάτους, ενώ καθημερινές ιατρικές πράξεις θα μετατρέπονταν σε διαδικασίες υψηλού ρίσκου.
Ποιος είναι όμως ο ρόλος της κτηνοτροφίας και των παραγωγικών ζώων σε όλο αυτό το φαινόμενο;
Η ανάπτυξη της βακτηριακής αντοχής στα αντιβιοτικά οφείλεται στη ραγδαία εξέλιξη του βακτηριακού γενετικού υλικού υπό την επίδραση της λεγόμενης «επιλεκτικής πίεσης». Με απλά λόγια, όταν χρησιμοποιείται ένα αντιβιοτικό, σκοτώνει τα ευαίσθητα βακτήρια, αλλά επιτρέπει στα πιο ανθεκτικά να επιβιώσουν και να πολλαπλασιαστούν.
Ωστόσο, μέσω τυχαίων μεταλλάξεων που συμβαίνουν φυσιολογικά ή μέσω μεταφοράς γενετικού υλικού από ένα στέλεχος σε ένα άλλο, βακτήρια που ήταν προηγουμένως ευαίσθητα σε ένα φάρμακο μπορούν να αποκτήσουν γονίδια που τους επιτρέπουν να επιβιώνουν από αυτό.
Έτσι, κάθε φορά που χρησιμοποιείται το αντιβιοτικό, δημιουργείται μια ευκαιρία να επικρατήσουν και τα βακτήρια που θα καταφέρουν να αναπτύξουν ανθεκτικότητα. Με τον καιρό, αυτά τα ανθεκτικά στελέχη κυριαρχούν και μπορούν να μεταδώσουν τα γονίδια που τους δίνουν την ανθεκτικότητα και σε άλλα βακτήρια.
Η επιλεκτική πίεση δεν προέρχεται μόνο από τα φάρμακα, αλλά και από το ίδιο το περιβάλλον: Για παράδειγμα, όταν υπολείμματα αντιβιοτικών περνούν στο νερό ή στο έδαφος, δημιουργείται ένα συνεχές υπόβαθρο που «εκπαιδεύει» τα βακτήρια να επιβιώνουν.
Από τη φάρμα στη δημόσια υγεία
Η συνεχής αυτή πίεση που προκαλείται από την επαναλαμβανόμενη και συχνά προληπτική χρήση αντιβιοτικών στη ζωική παραγωγή, αποτελεί συνιστώσα για την εμφάνιση ακόμη και πολυανθεκτικών στελεχών (βακτηρίων multidrug-resistant [MDR]).
Αυτά τα βακτήρια μπορούν να επιβιώνουν ακόμη και σε περιβάλλον όπου υπάρχουν πολλαπλά αντιμικροβιακά, δημιουργώντας έτσι τον κίνδυνο της διασταυρούμενης ανθεκτικότητας· δηλαδή της αντοχής σε περισσότερα του ενός φάρμακα, ακόμη και αν δεν έχουν χρησιμοποιηθεί όλα στην εκτροφή.
Εκτός από το συνολικό όγκο των χρησιμοποιούμενων σκευασμάτων, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η οδός χορήγησης. Περίπου τα δύο τρίτα των αντιβιοτικών που πωλούνται για χρήση στα παραγωγικά ζώα στην Ευρώπη χορηγούνται από το στόμα, κυρίως μέσω του πόσιμου νερού ή της τροφής (European Medicines Agency). Συχνά μάλιστα, η θεραπεία εφαρμόζεται ομαδικά, σε ολόκληρους πληθυσμούς ζώων.
Η εκτεταμένη αυτή πρακτική, εάν δεν συνοδεύεται από σωστή καθοδήγηση και έλεγχο, μπορεί να ενισχύσει την επιλεκτική πίεση και να επιταχύνει την εξάπλωση ανθεκτικών στελεχών, καθώς ο αριθμός των μικροβίων που εκτίθενται στο αντιβιοτικό, αλλά και η περιβαλλοντική επιβάρυνση, είναι πολύ πιο σημαντικές περιπτώσεις από αυτήν του μεμονωμένου ασθενή ή κάποιας τοπικής χορήγησης στο σημείο της λοίμωξης.
Αντιλαμβανόμαστε έτσι την ευθύνη που φέρουμε απέναντι στην κτηνοτροφία αλλά και στη δημόσια υγεία γενικά, καθώς η απειλή από την εξάπλωση της ανθεκτικότητας δεν περιορίζεται στα όρια της εκτροφής. Από την εμφάνιση πολυανθεκτικών παθογόνων δεν κινδυνεύει μόνο το ζωικό κεφάλαιο, αλλά και το προσωπικό της εκτροφής και όλη η κοινότητα.
Η λύση στο πρόβλημα της αντιμικροβιακής αντοχής είναι πολυδιάστατη και απαιτητική. Απαιτεί μέτρα σε διεθνές, εθνικό αλλά και ατομικό επίπεδο.
Ήδη, μέσω συντονισμένων μέτρων επιτήρησης και της εφαρμογής των σχετικών εκτελεστικών κανονισμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η χρήση αντιβιοτικών της κατηγορίας Β (κατά AMEG) στα παραγωγικά ζώα –η υψηλότερου κινδύνου κατηγορία που επιτρέπεται για κτηνιατρική χρήση – έχει μειωθεί από 25% έως και 90% μέσα στη δεκαετία 2012–2022 (EMA, Thirteenth ESVAC Report). Αντίστοιχη μείωση στη χρήση αντιβιοτικών αναφέρεται και σε παγκόσμιο επίπεδο τα τελευταία χρόνια (WOAH annual reports).
Στην Ελλάδα, αν και υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις, η πρόοδος είναι εμφανής τα τελευταία χρόνια. Τα μέτρα εναρμόνισης του εθνικού νομοθετικού πλαισίου με τις ευρωπαϊκές Οδηγίες –όπως οι δράσεις επιτήρησης, ενημέρωσης και ελέγχου στη ζωική παραγωγή– αποτελούν ένα σημαντικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Αυτές οι πρωτοβουλίες, εφόσον παγιωθούν και ενισχυθούν τα επόμενα χρόνια, μπορούν να εξασφαλίσουν τη συνετή και υπεύθυνη χρήση των αντιβιοτικών στον αγροδιατροφικό τομέα.
Ωστόσο, η ευθύνη για την αντιμετώπιση της αντιμικροβιακής αντοχής δεν περιορίζεται μόνο στους θεσμούς ή στους επαγγελματίες υγείας. Κάθε πολίτης, παραγωγός ή κτηνίατρος έχει έναν κρίσιμο ρόλο: να χρησιμοποιεί τα αντιβιοτικά μόνο με σωστή καθοδήγηση, να αποφεύγει την άσκοπη ή προληπτική χρήση, και να ενημερώνεται συνεχώς για τις επιπτώσεις και τους τρόπους πρόληψης της αντοχής. Η ατομική ευθύνη, όταν συνδυάζεται με τη συλλογική δράση και τη θεσμική υποστήριξη, είναι το θεμέλιο για μια πραγματικά αποτελεσματική στρατηγική κατά της αντιμικροβιακής αντοχής.
Τα αντιβιοτικά αποτελούν θεμέλιο της παγκόσμιας υγείας, τόσο για τον άνθρωπο όσο και για τα ζώα. Η διακοπή της χρήσης τους δεν αποτελεί επιλογή. Είναι όμως ευθύνη όλων μας να διασφαλίσουμε ότι αυτά τα πολύτιμα φάρμακα θα παραμείνουν αποτελεσματικά και για τις επόμενες γενιές. Η επαγρύπνηση, η εκπαίδευση στη συνετή και υπεύθυνη χρήση των αντιμικροβιακών, καθώς και η συνεχής επιτήρηση, αποτελούν τα πιο ουσιαστικά εργαλεία για την αναχαίτιση της αντιμικροβιακής αντοχής. Παράλληλα, η προστασία της υγείας και της ευζωίας των ζώων παραμένει αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα.
Σε έναν κόσμο όπου όλα συνδέονται, η αντοχή στα αντιμικροβιακά δεν γνωρίζει σύνορα· κυκλοφορεί ανάμεσα σε ανθρώπους, ζώα, φυτά και το περιβάλλον. Η λύση μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από μια κοινή και συντονισμένη προσέγγιση «ενιαίας υγείας» (One Health), που αναγνωρίζει πως η υγεία όλων αυτών των συστημάτων είναι αλληλένδετη (WHO, A One Health Priority Research Agenda for Antimicrobial Resistance).
*Ο κ. Γεώργιος Βαλιάκος (DVM, MSc, PhD) είναι αναπληρωτής καθηγητής και ο κ. Μάριος Λυσίτσας (DVM, MSc, στρατιωτικός κτηνίατρος) υποψήφιος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ενώ διατελούν μέλη του Εργαστηρίου Μικροβιολογίας και Παρασιτολογίας του Τμήματος Κτηνιατρικής του εν λόγω πανεπιστημίου.


